Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

stabbed...



Κάθε άνθρωπος έχει ένα μαχαίρι καρφωμένο
στην καρδιά του. Η λεπίδα καθενός έχει χαραχθεί
με διαφορετικό τρόπο δηλώνοντας έτσι τη
μοναδικότητα της. Να τούτη είναι βαλμένη από το
χέρι της αγάπης, κάποια άλλη από το χέρι της ζήλιας
ή του μίσους και άλλη πάλι από το σκληρό χτύπημα
της μοίρας. Μερικά μαχαίρια είναι μικρότερα και
άλλα μεγαλύτερα. Κάποιες λεπίδες είναι φανταχτερές
και άλλες περνάνε απλά απαρατήρητες.

Σε πολλούς από εμάς, το μαχαίρι καρφώθηκε
μονομιάς, πόνεσε απίστευτα και σιγά-σιγά η
σάρκα το αγκάλιασε και έλιωσε το μέταλλό του.
Σε άλλους πάλι μπήκε τόσο γλυκά που δεν το
κατάλαβαν, σχεδόν δεν το ένοιωσαν μα η πληγή
που προκάλεσε δεν έκλεισε ποτέ.

Αν είσαι τυχερός και η πληγή σου θρέψει,
το μαχαίρι περνάει σιγά-σιγά στη λήθη της
λησμονιάς.Συνεχίζεις τη ζωή σου και κοιτάς
μπροστά, μα πάντα με προσοχή αφού το σημάδι
που σου έχει αφήσει θα μένει πάντα εκεί,
σαν σακατεμένο ερείπιο ενός ξεχασμένου
παρελθόντος.

Μα αν το τραύμα μείνει ανοιχτό, τότε θα σου
θυμίζει την ύπαρξή του με κάθε ευκαιρία.
Μια λάθος κίνηση και η λεπίδα θα πηγαίνει
πιο βαθιά, τρυπώντας τα σπλάχνα σου. Κάποιος
σε σκουντά κατά λάθος στο δρόμο και το μαχαίρι
στρίβει, ζητάει συγγνώμη μη γνωρίζοντας την
πληγή σου μα εσύ ήδη βρίσκεσαι ξανά στο δρόμο
χωρίς επιστροφή.



Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που μπήγουν,
το μαχαίρι μέσα τους, με τα ίδια τους τα χέρια.
Κάνουν μάλιστα ότι μπορούν ώστε η πληγή που
ανοίγει να μην κλέισει ποτέ! Αποδεχτηκαν, βλέπετε,
τη μοίρα τους και παλέυουν διαρκώς με τις ερινύες
που τρέφονται με λύσσα από την ζωή που ποτέ τους
δεν τόλμησαν να ζήσουν.και όσο κι αν επιμένουν πως
έχουν συνηθίσει στον πόνο, δεν μπορούν παρά να
βγάλουν μια κραυγή, ελπίζοντας μάταια, πως το
σώμα τους θα ελαφρύνει από αυτό που το βαραίνει.

Ποτέ της δεν πίστεψε ότι η καρδιά είναι το κέντρο
των ανθρωπίνων συναισθημάτων. Ποιος νοήμων
άνθρωπος δεν γνωρίζει ότι όλα είναι στο μυαλό;
Κι όμως, εκεί είναι βαλμένο και το δικό της μαχαίρι.
Εκεί που ποτέ δεν περίμενε ότι ο υπέροχος νους της
θα το επέτρεπε. Μια ζωή βρισκόταν σε δικό της
κόσμο, σε ένα παραμυθένιο απατηλό όνειρο και
τώρα που επιτέλους ξύπνησε και το αντιλήφθηκε,
έμαθε και κείνη να ζει μαζί του.

… καμιά φορά το στριφογυρίζει λίγο, για να
σιγουρευτεί πως είναι ακόμη εκεί.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Δώδεκα!



Δεν ήταν πολύ μακριά, να εδώ λίγο πιο κάτω,
ίσως πιο πάνω, πάντως δίπλα μας. Ζούσαν
μαζί μας η ένα (1) και ο δύο (2). Ήταν μία
από τις πολλές και αυτός ήταν η συνέχεια της.
Υπήρχε και ο 5 και η 6 , ο 12 και η 7350.
Είχαν και φίλους η ένα την μηδέν και
ο δύο τον τρία.

Μια μέρα γνωρίστηκαν. Χρόνια τώρα
δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και εκεί επάνω
σ' ένα κλάσμα ατέλειωτης διαίρεσης,
ως εκ θαύματος εκείνοι έκαναν μια πρόσθεση.
Ένοιωσαν τόσο όμορφα, Ω! Θεέ μου τόσο
όμορφα που νόμισαν ότι ήταν οι μόνοι που
έκαναν πρόσθεση. Μα στο σύνολο των πράξεων
η δικιά τους πρόσθεση ήταν ανούσια όσο 1 + 2.
Ήξεραν όμως ότι γι' αυτό είχαν γεννηθεί.
Έπαψαν να είναι σημεία και για πρώτη φορά
οριοθετούσαν μια απόσταση.

Ο κόσμος έλεγε συχνά ότι από την 1 μέχρι
τον 2 χωράνε πολλά. Έλεγε 1 έως 2 μέτρα,
1 έως 2 κιλά, 1 έως 2 άνθρωποι.
Ζούσαν ευτυχισμένοι και πολύ κοντά,
και ένα σοφό 26 που πέρασε κάποτε τους
είχε πει ότι όσο πιο κοντά βρισκόταν
τόσο πιο πολύ ο κόσμος θα αναγνώριζε
την
δύναμη και την απόσταση που οριοθετούσαν.

Μια μέρα η ένα (1) καθώς καθάριζε την περιοχή
τους, είδε τον δυο (2) να μπαίνει κατάκοπος
γυρνώντας από κάτι πολλαπλασιασμούς και της
φάνηκε τόσο ανούσιο αυτό που έκανε. Τον κοίταξε
καλά καλά και της φάνηκε τόσο δεύτερος σχεδόν
σαν 2. Δεν ήταν το δύο που γνώρισε, ήταν απλά
ο "μετά", "ο λίγος", "ο δεύτερος". Σκέφτηκε να βρει
ένα τρίτο να βάλει ανάμεσα. Ο δύο αντίστοιχα
ένοιωσε ότι η 1 ήταν τόσο μικρή σχεδόν η μισή
από εκείνον.

Έφυγαν μακριά, γύρισαν την πλάτη και κοιμήθηκαν
σε άλλες παρενθέσεις και μετά σε άλλα διαστήματα
και μετά δεν κοιμήθηκαν πια μαζί. Δοκίμασαν
άλλους συνδυασμούς αλλά πάντα κάτι έλειπε για
να συμπληρώσουν την απόσταση. Δεν μπόρεσαν ποτέ
να αισθανθούν ξανά το ίδιο. Σημάδια κενά απόμειναν,
που κοίτονται μόνα τους σε άσπρο χαρτί.



Μετά απο αρκετό καιρό συναντήθηκαν τυχαία
σε ένα σταυροδρόμι εξισώσεων. Με έκδηλη την
αμηχανία της στιγμής, έκανε κίνηση να τον
αγκαλιάσει. Ήθελε τόσο να δει πάλι το χαμόγελο
του, αλλά εκείνος δεν της άφησε περιθώριο.
Οι πολλαπλασιασμοί στο εργοστάσιο αυξήθηκαν
έγινα ο Νο 2 πια στην εταιρεία της είπε ξερά και
με νόημα. -Μπράβο πολύ χαίρομαι για σένα,
απήντησε η ένα.

Εκείνη κοίταγε μια αυτόν και μια την κοιλία της
που προεξείχε (δύο μηνών έγκυος βλέπετε),
κορίτσι είναι του είπε, θα την ονομάσω 1,6.
Α να! και αυτές δικές μου είναι όλες και του
έδειξε φωτογραφίες από τη μικρή 1,3 και την 1,4
που έπαιζαν αμέριμνες στην παιδική χαρά.
-Μπράβο, πολύ χαίρομαι για σένα, αποκρίθηκε ο δύο.

Αμηχανία ξανά.

Έδωσαν τα χέρια αλλά τα μάτια τους δεν
αγκαλιάστηκαν, τα δάκρυα τους δεν σμίξανε
πασχίζοντας να βγουν. Ένας κρυφός εγωισμός
τους έκαιγε τα σωθικά και έκανε τα μάτια να
κοιτούν αλλού. Η ένα (1) κοίταξε το τακούνι της
βάσης της και ο δύο (2) το ρολόι του μορφάζοντας
δήθεν για την ώρα. Προχώρησαν λίγο, γύρισε και
τον αναζήτησε πίσω της, άραγε θα γύρναγε να κοιτάξει;
-Ναι Θεέ μου γύρισε. Ένοιωσε τόσο χαζούλα,
χαμογέλασε κλώτσησε μια υποδιαστολή και
προχώρησε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν, Αν, ΑΝ!
Μια κενή φωνή ακούστηκε μέσα της.
-Εγώ είμαι η ΈΝΑ και δεν έχω ανάγκη κανέναν.

Το βράδυ σπίτι αυτό το ένα, πόναγε πιο πολύ.
Α ρε μακάρι να υπήρχε κάποιος ακόμη.
Σκέφτηκε τότε που ήταν ακόμη κοντά με τον δύο (2),
τότε που την άγγιζε, τότε που έγιναν ένας αριθμός,
τότε που έγιναν 12. Ναι Θεέ μου ήταν τόσο δυνατός,
όχι μικρός τιποτένιος, αλλά 12.

- Δώδεκα φώναξε, δώδεκα!!!!!!

Κοίταξε το ρόλοι της, δάκρυσε λίγο, ήταν αργά
σκέφτηκε. - Έχω πολλές πράξεις να οριοθετήσω
αύριο, και η ώρα πέρασε. Το εκκρεμές στον τοίχο
χτύπησε 12. Ο ήχος του πένθιμος, με κάθε χτύπο
έγραφε το ίσον της ζωής της 1 - 1 = 000000000000.
Έκανε την ίδια πράξη πολλές φορές αλλά πάντα μηδέν.
Αποτέλεσμα, νούμερα και σύμβολα όλα μηδέν(0),
χαμογέλασε με ειρωνεία. Έβγαλε τη βασούλα του 1
και κοιμήθηκε - ένα ίσον κανένα σκέφτηκε...


Whitelighter

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

The Last Unicorn



When the last eagle flies,
over the last crumbling mountain
αnd the last lion roars,
at the last dusty fountain.

In the shadow of the forest
though she may be old and worn,
they will stare unbelieving
at the last unicorn.


When the first breath of winter,
through the flowers is icing.
and you look to the north
and a pale moon is rising

and it seems like all is dying
and would leave the world to mourn,
in the distance hear the laughter
of the last unicorn



When the last moon is cast,
over the last star of morning
and the future has passed
without even a last desperate warning.

Then look into the sky,
where through the clouds a path is torn,
look and see her how she sparkles
it's the last unicorn...

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Inner Decay



Φθονερά λόγια σπρώχνονται μανιασμένα
να διαβρώσουν το είναι σου,
όπως η εκκολαπτόμενη λάβα
οργισμένου ηφαιστείου.
Ήχοι στριγκοί ξέχειλοι από βδελυρό οξύ,
που αποσαθρώνουν κάθε οικειότητα.

Η κρίση σου που κάποτε φάνταζε
απόρθητη, τώρα κείτεται σα μιαρό
ερείπιο, ενός από καιρό διεστραμμένου
έρωτα. Μια μολυσμένη ανάμνηση του
υπέροχου εγώ σου.

Ομίχλη ξετυλίγεται σε κάθε παραίσθηση
και είδωλα απατηλά πυροδοτούν
το μένος σου ενάντια σε όσα κάποτε
κοιτούσες με λατρεία.
Μοιάζεις πλέον με χολή να ραίνεις
τις σπονδές σου

Φυλακισμένη στη γυάλινη σφαίρα
μιας αλήθειας λεπρής, κομματιάζεις
γοργά την λειψή ανθρωπιά σου.
Στο γεμάτο σκιές εφιάλτη που
σκόπιμα αποσιώπησες, η εσωτερική σου
αποσύνθεση αποθανατίζεται με πάταγο…

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Τέσσερις Σύντροφοι...



Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία κοπέλα
που είχε τέσσερις πιστούς συντρόφους.
Μα δεν τους αγαπούσε όλους το ίδιο,
ούτε τους μοίραζε ισάξια την φροντίδα
και την προσοχή της.

Πιο πολύ από όλους αγαπούσε τον τέταρτο
σύντροφο. Του αγόραζε τα ακριβότερα ρούχα
και παπούτσια , ενώ δεν παρέλειπε ποτέ της
να του μαγειρέψει τις νοστιμότερες λιχουδιές
και να τον φιλέψει με τα πιο λουκούλλεια εδέσματα.
Αυτός άξιζε πάντα το καλύτερο και ποτέ της δεν
παρέλειψε να του προσφέρει ότι πολυτιμότερο
υπήρχε, δίχως να λογαριάζει το κόστος
και το πόσο θα έπρεπε να δουλέψει για αυτό.

Αγαπούσε επίσης πολύ και τον τρίτο της σύντροφο,
ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ομορφότερος.
Όπως λοιπόν καταλαβαίνετε τον έπαιρνε πάντα
μαζί της και τον επιδείκνυε με κάθε επισημότητα,
σε κάθε εμφάνιση της. Φοβόταν όμως πως κάποια
μέρα και παρά τις προσπάθειες της να τον κρατήσει,
θα την άφηνε για κάποιον άλλον.

Αγαπούσε όμως και τον δεύτερο σύντροφο της.
Ήταν αυτός που πάνω απο όλους μπορούσε να
εμπιστευτεί. Ήταν πάντα υπομονετικός, ανεξάντλητος
και ευγενικός μαζί της. Όποτε και αν αντιμετώπιζε
δυσκολίες μπορούσε να τον συμβουλευτεί και αυτός
θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει να ξεπεράσει
κάθε εμπόδιο.

Ό πρώτος της σύντροφος ήταν ένας πολύ πιστός
ακόλουθος με πολύ μεγάλη, αν και αθόρυβη συνεισφορά,
στη διατήρηση της υγείας και της ευημερίας της.
Δεν τον αγαπούσε όμως αυτόν της το σύντροφο
και παρόλο που εκείνος την λάτρευε, δεν του έδινε
καμία σημασία.

Μια μέρα η κοπέλα αρρώστησε και σαν κατάλαβε πως
δεν της έμενε και πολύς χρόνος ακόμη, αναπόλησε
την υπέροχη ως τότε ζωή της και φοβούμενη, όπως
όλοι, τη μοναξιά αναρωτήθηκε αν θα την ακολουθούσε
κάποιος από τους αγαπημένους της συντρόφους στη
νέα της κατοικία.

Ρώτησε λοιπόν τον τέταρτο και πιο αγαπημένο της
σύντροφο. "Σε αγάπησα πιο πολύ από κάθε άλλον και
σου προσέφερα ότι πολυτιμότερο υπήρχε σε τούτο
τον κόσμο. Τώρα που φεύγω θα με ακολουθήσεις
στο νέο μου σπίτι για να μου κρατάς συντροφιά?"
"Αποκλείεται!!" Φώναξε ξαφνιασμένος εκείνος και
έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η απάντηση του
δυνατή μαχαιριά στην ήδη άρρωστη καρδιά της
την έκανε να σαστίσει.

Πληγωμένη και προδομένη στράφηκε στο τρίτο
σύντροφο της. "Σε αγαπούσα σε όλη μου τη ζωή",
του είπε, "Τώρα που πεθαίνω θα ήθελες να έρθεις
μαζί μου για να μου κρατάς συντροφιά?"
"Όχι" απήντησε εκείνος παγερά και αδιάφορα.
"Η ζωή είναι πολύ ωραία! Όταν θα πεθάνεις θα
ψάξω καινούργια αγάπη να βρω."
Πάγωσε σύγκορμη ακούγοντας και τη δική του
απόρριψη και βυθίσθηκε ακόμη περισσότερο
στον πόνο και στη θλίψη.

Με τις λιγοστές δυνάμεις που της είχαν απομείνει
έτρεξε στον δεύτερο σύντροφο της και με φωνή
σχεδόν ξεψυχισμένη του είπε: "Όποτε και αν
χρειάστηκα τη βοήθεια σου ήσουν εκεί για εμένα,
τώρα που φεύγω για τη νέα μου κατοικία θα έρθεις
μαζί μου? Σε χρειάζομαι πλάι μου!"
"Δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω αυτή
τη φορά", της απήντησε μαλακά. "Το μόνο που θα
μπορούσα να κάνω και αυτό επειδή είσαι εσύ,
είναι να σε συνοδέψω ως την είσοδο."
Αυτό φάνταζε ως το τελειωτικό χτύπημα.
Αποτελειωμένη και αποκαμωμένη έκλεισε τα
μάτια και ξέσπασε σε λυγμούς.

"Εγώ θα έρθω μαζί σου", ακούστηκε μια φωνή!
"Θα σε ακολουθήσω οπουδήποτε κι αν πας!"
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένη και
είδε τον άνθρωπο που είχε συνηθίσει να ξεχνά.
Ο πρώτος της σύντροφος στεκόταν μπροστά της.
'Ηταν πάρα πολύ αδυνατισμένος και με εμφανή
τα σημάδια απο την ασιτία και την αμέλεια.
Φανερά στεναχωρημένη αλλά και ανακουφισμένη
απο αυτό που είχε μόλις ακούσει η κοπέλα του είπε:
"Θα έπρεπε να σε είχα φροντίσει όταν είχα τη
δυνατότητα! Εσένα πάνω από όλους."
"Συγνώμη που δεν ήμουν εκεί για σένα"
"Συγνώμη που δεν μπόρεσα να καταλαβώ
την αξία σου..."


Όλοι μας έχουμε τέσσερις συντρόφους στη ζωή μας.
Ο τέταρτος σύντροφος είναι το σώμα μας.
Όση προσπάθεια και αν καταβάλουμε ώστε να το
κάνουμε να δείχνει όμορφο και υγιές, θα μας
εγκαταλείψει σαν φύγουμε από τούτο τον κόσμο.

Ο τρίτος μας σύντροφος είναι τα υπάρχοντα μας,
το κοινωνικό μας status, ο πλούτος. Όσα και αν
συγκεντρώσουμε, ακόμη και αν τα φυλάξουμε
σαν κόρη οφθαλμού, Όταν ξεκινήσουμε για το
μακρύ μας ταξίδι θα περάσουν στα χέρια άλλων.

Ο δεύτερος σύντροφος μας είναι η οικογένεια και
οι φίλοι. Όσο και αν στάθηκαν στο πλάι μας, όσο
και αν μας βοήθησαν στη διάρκεια της ζωής μας,
στη νέα μας κατοικία δεν θα μπορέσουν ποτέ να
περάσουν το κατώφλι.

και ο πρώτος μας σύντροφος, που συνήθως ξεχνάμε
στον αέναο αγώνα μας για ομορφιά, δύναμη, και χρήμα,
είναι η ψυχή μας. Αυτός ο μοναχικός και μοναδικός μας
σύντροφος που θα μας ακολουθήσει οπουδήποτε και αν
πάμε. Χωρίς να ρωτήσει, χωρίς να κοντοσταθεί. Μόνο
εκείνη ανάμεσα σε όσα κατέχουμε και σε όσα μας
περιβάλουν θα είναι πλάι μας για πάντα!

Ας την καλλιεργήσουμε λοιπόν τώρα που μπορούμε
και ας της δώσουμε την αγάπη και τη φροντίδα που της
αρμόζει ,γιατί μονάχα αυτή θα μας ακολουθήσει ως το
θρόνο του θεού και από εκεί θα συνεχίσει μαζί μας
ως την αιωνιότητα.

Whitelighter

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

When the smoke is going down...



Just when you make your way back home,
i find some time to be alone.
I go to see the place once more,
just like a thousand nights before...

I climb the stage again this night
'cause the place seems still alive,
When the smoke is going down.


This is the place where I belong,
i really love to turn you on.
I've got your sound still in my ear,
while your traces disappear...

I climb the stage again this night
'cause the place seems still alive,
When the smoke is going down.

When the smoke is going down!




*Performed by Scorpions.


Ξέρω πως πέρασε καιρός,
μα υπήρχε πολυ καταχνιά εκεί έξω...
Τώρα που καταλάγιασε ο καπνός
θα τα λέμε συχνότερα.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Σαν Φως...



Το φως να παίρνει την ματιά,
ο χώρος τα όνειρά σου και τα νερά
του ποταμού να σε τραβάν μακριά.
Ότι κι αν ονειρεύτηκες να φεύγει
από κοντά σου, να απλώνεις μα
τα χέρια σου να πέφτουνε βαριά.

και τι δεν μου' χες ορκιστεί και
τι δεν μου' χες τάξει, μα τώρα
η απουσία μου σε κάνει και ξεχνάς.
Δέσε καλά τις μαγικές στιγμές μας
με μετάξι και φώτισε τον ουρανό
σχήμα της μοναξιάς.

Xωρίς πνοή, χωρίς ματιά μόνο
με τα όνειρά μου, με τρόχισαν
οι άνεμοι που πάντα κυνηγώ.
Αυτοί που με ορίζουνε, αυτοί
που με πετάνε, αυτοί που με
τινάζουνε στον τοίχο στο κενό.

Κορμί που σχίζεται στα δυο
στα βράχια του αοράτου,
μνήμες θολές και μια γλυκιά
λήθη της λησμονιάς. Στης μοναξιάς
τον κόκκινο από αίμα πίδακά του,
που ξεπετάγεται σα φως που
φέγγει της στεριάς.



Το μαγικό στου φεγγαριού
ονειροπόλημά σου, το' χεις ξεχάσει
κι είν' αργά καιρός να κοιμηθείς.
Με κάποιον που δεν τον χωρά
η μαγική αγκαλιά σου, τις ώρες που
περάσαμε μαζί θα μοιραστείς.

Μα εγώ πονώ για σένανε και
σιωπηλά υποφέρω, μήπως τα μάτια
που αγαπώ δακρύζουν στα κρυφά.
Τι κι αν με πούλησες φτηνά μια νύχτα
και το ξέρω, κάθε στιγμή σε φέρνω εδώ
κοιτώντας τα νερά.

Χορεύεις με τις μνήμες σου,
πετάς με τα όνειρά σου , αρχαίου
δράματος χορός περνάς στην αγορά.
Πετάς τα ρούχα σου γυμνός, αγγίζεις
την χαρά σου, φωτίζεις μόνο μια στιγμή
και ζεις για μια φορά.

Υπόγεια Ρεύματα


Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Lothlorien...



Με το βλέμμα ψηλά, σαν προσευχή
ατένιζα για στερνή φορά το αέναο δάσος,
τούτο που στα σοκάκια του άνθιζουν
εύφορες σκέψεις για κάθε διαβάτη.

Μια αγκαλιά ολάκερη, ζεστή,
φίλεψα κάθε ένα από τα δέντρα
στους κορμούς των οποίων,
χρόνια τώρα, συλλαβίζαμε όνειρα
Και σμιλεύαμε ζωή.



Με ένα Τραγούδι συντροφιά
από κείνα που τολμούν
να κελαρύζουν ακόμη
από τα βάθη της ψυχής,
με αποχαιρέτησαν.

“Να με θυμηθείς, να με θυμηθείς.
Δεν φταίω εγώ μέσα μου θα ζεις”

Στο λημέρι αυτό το ξωτικό που
δεν το κρύβει ο ουρανός.

Εδώ που δεν σιμώνουν ξυλοκόποι,
μήτε και πυρκαγιές.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Το Νησί των συναισθημάτων...



'Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί
στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν
και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη...

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους
και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη
άρχισε να ζητάει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια
λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει:
- 'Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;'
-'Όχι, δεν μπορώ' απάντησε ο Πλούτος.
'Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και
δεν υπάρχει χώρος για σένα'.

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια
από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από
μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-'Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-'Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη.. Είσαι
μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο
σκάφος μου' της απάντησε η Αλαζονεία.

H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη
αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
-'Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου'.
-'Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που
θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη
αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε
την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-'Αγάπη, έλα προς τα εδώ!
Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!'
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η
Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από
τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει
το όνομά του.

Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε
και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε
στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση:
-'Γνώση, ποιος με βοήθησε';
-'Ο Χρόνος' της απάντησε η Γνώση.
-'Ο Χρόνος;' ρώτησε η Αγάπη. ,
'Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;'

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά
σοφία της είπε:
'Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο
μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη'.

Μάνος Χατζιδάκις - 'Το Νησί'

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Η κραυγή των αμνών...



Στην κραυγή των αμνών
στις αγκαλιές των κοινών
δύο ρανίδες βροχής
και ένα δάκρυ ανοχής.

Μεσ’ τη νύχτα γυρνάς
μύθοι της χαλιμάς
σε αθώα παιδιά
στα κομμάτια η καρδιά.

Δυσωδία του νου
παρανοϊκά χαικού
πληγωμένα γιατί
στου κορμιού τα αβαθή.

Σε όσα πέφτουν νεκρά
στης ζωής το μετά
του Ιούδα φιλί
στης ηχούς τη φωνή.

Μοναχός σεργιανάς
τις πληγές σου μετράς
νέος γόρδιος δεσμός
και συ ακόμη νεκρός…