Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

stabbed...



Κάθε άνθρωπος έχει ένα μαχαίρι καρφωμένο
στην καρδιά του. Η λεπίδα καθενός έχει χαραχθεί
με διαφορετικό τρόπο δηλώνοντας έτσι τη
μοναδικότητα της. Να τούτη είναι βαλμένη από το
χέρι της αγάπης, κάποια άλλη από το χέρι της ζήλιας
ή του μίσους και άλλη πάλι από το σκληρό χτύπημα
της μοίρας. Μερικά μαχαίρια είναι μικρότερα και
άλλα μεγαλύτερα. Κάποιες λεπίδες είναι φανταχτερές
και άλλες περνάνε απλά απαρατήρητες.

Σε πολλούς από εμάς, το μαχαίρι καρφώθηκε
μονομιάς, πόνεσε απίστευτα και σιγά-σιγά η
σάρκα το αγκάλιασε και έλιωσε το μέταλλό του.
Σε άλλους πάλι μπήκε τόσο γλυκά που δεν το
κατάλαβαν, σχεδόν δεν το ένοιωσαν μα η πληγή
που προκάλεσε δεν έκλεισε ποτέ.

Αν είσαι τυχερός και η πληγή σου θρέψει,
το μαχαίρι περνάει σιγά-σιγά στη λήθη της
λησμονιάς.Συνεχίζεις τη ζωή σου και κοιτάς
μπροστά, μα πάντα με προσοχή αφού το σημάδι
που σου έχει αφήσει θα μένει πάντα εκεί,
σαν σακατεμένο ερείπιο ενός ξεχασμένου
παρελθόντος.

Μα αν το τραύμα μείνει ανοιχτό, τότε θα σου
θυμίζει την ύπαρξή του με κάθε ευκαιρία.
Μια λάθος κίνηση και η λεπίδα θα πηγαίνει
πιο βαθιά, τρυπώντας τα σπλάχνα σου. Κάποιος
σε σκουντά κατά λάθος στο δρόμο και το μαχαίρι
στρίβει, ζητάει συγγνώμη μη γνωρίζοντας την
πληγή σου μα εσύ ήδη βρίσκεσαι ξανά στο δρόμο
χωρίς επιστροφή.



Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που μπήγουν,
το μαχαίρι μέσα τους, με τα ίδια τους τα χέρια.
Κάνουν μάλιστα ότι μπορούν ώστε η πληγή που
ανοίγει να μην κλέισει ποτέ! Αποδεχτηκαν, βλέπετε,
τη μοίρα τους και παλέυουν διαρκώς με τις ερινύες
που τρέφονται με λύσσα από την ζωή που ποτέ τους
δεν τόλμησαν να ζήσουν.και όσο κι αν επιμένουν πως
έχουν συνηθίσει στον πόνο, δεν μπορούν παρά να
βγάλουν μια κραυγή, ελπίζοντας μάταια, πως το
σώμα τους θα ελαφρύνει από αυτό που το βαραίνει.

Ποτέ της δεν πίστεψε ότι η καρδιά είναι το κέντρο
των ανθρωπίνων συναισθημάτων. Ποιος νοήμων
άνθρωπος δεν γνωρίζει ότι όλα είναι στο μυαλό;
Κι όμως, εκεί είναι βαλμένο και το δικό της μαχαίρι.
Εκεί που ποτέ δεν περίμενε ότι ο υπέροχος νους της
θα το επέτρεπε. Μια ζωή βρισκόταν σε δικό της
κόσμο, σε ένα παραμυθένιο απατηλό όνειρο και
τώρα που επιτέλους ξύπνησε και το αντιλήφθηκε,
έμαθε και κείνη να ζει μαζί του.

… καμιά φορά το στριφογυρίζει λίγο, για να
σιγουρευτεί πως είναι ακόμη εκεί.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Δώδεκα!



Δεν ήταν πολύ μακριά, να εδώ λίγο πιο κάτω,
ίσως πιο πάνω, πάντως δίπλα μας. Ζούσαν
μαζί μας η ένα (1) και ο δύο (2). Ήταν μία
από τις πολλές και αυτός ήταν η συνέχεια της.
Υπήρχε και ο 5 και η 6 , ο 12 και η 7350.
Είχαν και φίλους η ένα την μηδέν και
ο δύο τον τρία.

Μια μέρα γνωρίστηκαν. Χρόνια τώρα
δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και εκεί επάνω
σ' ένα κλάσμα ατέλειωτης διαίρεσης,
ως εκ θαύματος εκείνοι έκαναν μια πρόσθεση.
Ένοιωσαν τόσο όμορφα, Ω! Θεέ μου τόσο
όμορφα που νόμισαν ότι ήταν οι μόνοι που
έκαναν πρόσθεση. Μα στο σύνολο των πράξεων
η δικιά τους πρόσθεση ήταν ανούσια όσο 1 + 2.
Ήξεραν όμως ότι γι' αυτό είχαν γεννηθεί.
Έπαψαν να είναι σημεία και για πρώτη φορά
οριοθετούσαν μια απόσταση.

Ο κόσμος έλεγε συχνά ότι από την 1 μέχρι
τον 2 χωράνε πολλά. Έλεγε 1 έως 2 μέτρα,
1 έως 2 κιλά, 1 έως 2 άνθρωποι.
Ζούσαν ευτυχισμένοι και πολύ κοντά,
και ένα σοφό 26 που πέρασε κάποτε τους
είχε πει ότι όσο πιο κοντά βρισκόταν
τόσο πιο πολύ ο κόσμος θα αναγνώριζε
την
δύναμη και την απόσταση που οριοθετούσαν.

Μια μέρα η ένα (1) καθώς καθάριζε την περιοχή
τους, είδε τον δυο (2) να μπαίνει κατάκοπος
γυρνώντας από κάτι πολλαπλασιασμούς και της
φάνηκε τόσο ανούσιο αυτό που έκανε. Τον κοίταξε
καλά καλά και της φάνηκε τόσο δεύτερος σχεδόν
σαν 2. Δεν ήταν το δύο που γνώρισε, ήταν απλά
ο "μετά", "ο λίγος", "ο δεύτερος". Σκέφτηκε να βρει
ένα τρίτο να βάλει ανάμεσα. Ο δύο αντίστοιχα
ένοιωσε ότι η 1 ήταν τόσο μικρή σχεδόν η μισή
από εκείνον.

Έφυγαν μακριά, γύρισαν την πλάτη και κοιμήθηκαν
σε άλλες παρενθέσεις και μετά σε άλλα διαστήματα
και μετά δεν κοιμήθηκαν πια μαζί. Δοκίμασαν
άλλους συνδυασμούς αλλά πάντα κάτι έλειπε για
να συμπληρώσουν την απόσταση. Δεν μπόρεσαν ποτέ
να αισθανθούν ξανά το ίδιο. Σημάδια κενά απόμειναν,
που κοίτονται μόνα τους σε άσπρο χαρτί.



Μετά απο αρκετό καιρό συναντήθηκαν τυχαία
σε ένα σταυροδρόμι εξισώσεων. Με έκδηλη την
αμηχανία της στιγμής, έκανε κίνηση να τον
αγκαλιάσει. Ήθελε τόσο να δει πάλι το χαμόγελο
του, αλλά εκείνος δεν της άφησε περιθώριο.
Οι πολλαπλασιασμοί στο εργοστάσιο αυξήθηκαν
έγινα ο Νο 2 πια στην εταιρεία της είπε ξερά και
με νόημα. -Μπράβο πολύ χαίρομαι για σένα,
απήντησε η ένα.

Εκείνη κοίταγε μια αυτόν και μια την κοιλία της
που προεξείχε (δύο μηνών έγκυος βλέπετε),
κορίτσι είναι του είπε, θα την ονομάσω 1,6.
Α να! και αυτές δικές μου είναι όλες και του
έδειξε φωτογραφίες από τη μικρή 1,3 και την 1,4
που έπαιζαν αμέριμνες στην παιδική χαρά.
-Μπράβο, πολύ χαίρομαι για σένα, αποκρίθηκε ο δύο.

Αμηχανία ξανά.

Έδωσαν τα χέρια αλλά τα μάτια τους δεν
αγκαλιάστηκαν, τα δάκρυα τους δεν σμίξανε
πασχίζοντας να βγουν. Ένας κρυφός εγωισμός
τους έκαιγε τα σωθικά και έκανε τα μάτια να
κοιτούν αλλού. Η ένα (1) κοίταξε το τακούνι της
βάσης της και ο δύο (2) το ρολόι του μορφάζοντας
δήθεν για την ώρα. Προχώρησαν λίγο, γύρισε και
τον αναζήτησε πίσω της, άραγε θα γύρναγε να κοιτάξει;
-Ναι Θεέ μου γύρισε. Ένοιωσε τόσο χαζούλα,
χαμογέλασε κλώτσησε μια υποδιαστολή και
προχώρησε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν, Αν, ΑΝ!
Μια κενή φωνή ακούστηκε μέσα της.
-Εγώ είμαι η ΈΝΑ και δεν έχω ανάγκη κανέναν.

Το βράδυ σπίτι αυτό το ένα, πόναγε πιο πολύ.
Α ρε μακάρι να υπήρχε κάποιος ακόμη.
Σκέφτηκε τότε που ήταν ακόμη κοντά με τον δύο (2),
τότε που την άγγιζε, τότε που έγιναν ένας αριθμός,
τότε που έγιναν 12. Ναι Θεέ μου ήταν τόσο δυνατός,
όχι μικρός τιποτένιος, αλλά 12.

- Δώδεκα φώναξε, δώδεκα!!!!!!

Κοίταξε το ρόλοι της, δάκρυσε λίγο, ήταν αργά
σκέφτηκε. - Έχω πολλές πράξεις να οριοθετήσω
αύριο, και η ώρα πέρασε. Το εκκρεμές στον τοίχο
χτύπησε 12. Ο ήχος του πένθιμος, με κάθε χτύπο
έγραφε το ίσον της ζωής της 1 - 1 = 000000000000.
Έκανε την ίδια πράξη πολλές φορές αλλά πάντα μηδέν.
Αποτέλεσμα, νούμερα και σύμβολα όλα μηδέν(0),
χαμογέλασε με ειρωνεία. Έβγαλε τη βασούλα του 1
και κοιμήθηκε - ένα ίσον κανένα σκέφτηκε...


Whitelighter