Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

H Κυρά της Λίμνης...




















Τα μακριά ντελικάτα δάχτυλα της ανάδεψαν
τα παγωμένα νερά της λίμνης. Ένα δάκρυ κύλησε
από το πρόσωπο της, γλίστρησε και έγινε ένα
με το υγρό στοιχείο σχηματίζοντας δαχτυλίδια
σαν ονειροπαγίδα στον τοίχο παιδικού δωματίου.

Μοιρολόι νεαρού αερικού βγήκε από τα σωθικά
της σα να καλούσε την Κυρά της Λίμνης να
ακούσει την παράκληση της. Να τον φέρει πάλι
πίσω σε αυτήν.

Το φεγγάρι έριχνε το αλλόκοσμο ολόλευκο φως
του στα σκοτεινά νερά και φάνηκε να ταλανίζεται,
σα χαλασμένο εκκρεμές σε παλιό δρύινο ρολόι
καθώς μια δυνατή ριπή του ανέμου έσπασε τη
νυχτερινή σιγαλιά.

Τα μάτια της υγρά και σκοτεινά , έκλεισαν στα
βλέφαρα της και αφέθηκε στη μυστηριακή της
ψαλμωδία , οι νότες που έβγαιναν από τις χορδές
των χειλιών της παρασέρνονταν με τον άνεμο
και έφταναν θαρρείς ως τα πέρατα του κόσμου.

Ποθούσε τόσο να εισακουστεί , πραίτορες βράχοι
καταπλάκωναν την ψυχή της και αποζητούσε με
όλη τη δύναμη που είχε μέσα της ένα θάμα να
γενεί. Μια ολόλαμπρη παραμυθένια ανάσταση ,
μια επική επιστροφή του χαμένου άρχοντα που
σαν άτρωτος πολεμιστής κατανίκησε το θάνατο
και έτρεξε κοντά της καλπάζοντας πάνω στο
κάτασπρο άτι του.

Το μοιρολόι άξαφνα σταμάτησε σα να μην είχε
άλλη πνοή να συνεχίσει, ο αγέρας πάγωσε και
έμεινε μετέωρος στο ουράνιο στερέωμα, η λίμνη
αναταράχτηκε δυνατά. Μια αέρινη φωτεινή μορφή
ξεπρόβαλε στο μέσον της. Ένα χέρι απλώθηκε προς
το δικό της, ένοιωσε το άγγιγμα του , γαλήνεψε
η ψυχή της. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της.

Ακολούθησε τη μορφή με αργά σταθερά βήματα
ως των νερών τα βάθη, είχε έρθει η ώρα να ανταμώ-
σουν ξανά. Την περίμενε καλπάζοντας στα απέραντα
λιβάδια. Το δάκρυ στέγνωσε, ο πόνος έφυγε. Τα
δάχτυλα  της άγγιζαν το καταπράσινο χορτάρι και
εκείνος φάνηκε μπροστά της, πανέμορφος όπως
πάντα,φορώντας τη αστραφτερή στολή του.
Της ένεψε.

Με φτερά στα πόδια της έτρεξε στην αγκαλιά
του. Αυτός ξεπέζεψε , χάιδεψε τη χαίτη του
αλόγου του και άνοιξε την αγκάλη του. Περιστέρια
ξεπρόβαλλαν από τα χέρια του και ξεχύθηκαν στον
καταγάλανο ουρανό των ...Ηλισσίων.
Χάθηκε μέσα του.


Γινήκανε και πάλι ένα.


Για πάντα…


Whitelighter

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Άδραξε τη μέρα...

Γέμισε τις χούφτες της με παγωμένο νερό
και έπλυνε το πρόσωπο της γελώντας δυνατά.
Ανασκουμπώθηκε, έφτιαξε όπως όπως τα
ρούχα της και έβγαλε από τη τσάντα της μια
μικρή βούρτσα χτενίζοντας πρόχειρα τα
μπερδεμένα της μαλλιά.

Οι φωνές της είχαν σίγουρα ακουστεί στους
θαμώνες της καφετέριας μα αυτό δεν την
απασχολούσε διόλου. Αυτό που είχε προηγηθεί
ήταν ένα άγριο πήδημα και τίποτα άλλο και
μάλιστα με τον άνθρωπο που την είχε πληγώσει
όσο κανένας. Τον άνδρα που μισούσε να αγαπάει
πιο πολύ και από την ίδια της τη ζωή.

Λίγα λεπτά πριν είχε ανοίξει την πόρτα της
τουαλέτας και είχε εξαφανιστεί όσο ξαφνικά
ήρθε εκείνο το απόγευμα και την είχε οδηγήσει
βίαια, με μάτια που έκαιγαν σε μια στιγμή
ατέρμονου πάθους. Τα λόγια που έβγαιναν από
το στόμα του και που άλλοτε θα τα θεωρούσε
προσβλητικά την είχαν φέρει σε έναν οργασμό
σώματος και μυαλού που έχανε κάθε επαφή με
το περιβάλλον.

Μέχρι τότε στη ζωή της υπήρξε η απόλυτα συνε-
σταλμένη γυναίκα με τα “καθώς πρέπει” του κόσμου
οδηγό σε κάθε της βήμα. Προσηλωμένη στο καθήκον
της ως συζύγου και μητέρας και γεμάτη πόνο από την
μίζερη ζωή της πλάι σε έναν άνθρωπο που επέμενε να
την απατά επιδεικτικά. Είχε βρει όμως τη δύναμη να
χωρίσει και τώρα, ήρθε αυτό να ταρακουνήσει
συθέμελα την ύπαρξη της

Βγήκε αεράτα από την τουαλέτα , αγνοώντας πλήρως
τα μάτια που καρφώνονταν απάνω της από κάθε γωνιά
του μαγαζιού και κατευθύνθηκε στο τραπεζάκι που την
περίμενε εμβρόντητη η φίλη της. Χωρίς να της πει
κουβέντα την πήρε να φύγουνε. Άφησε βιαστικά τα
χρήματα που όφειλαν πλάι στο ζεστό ακόμα καφέ της
και τραβώντας την από το χέρι βγήκαν έξω και
περπάτησαν γοργά μέχρι το αυτοκίνητο.

Το χαμόγελο της διαγραφόταν άγριο και τόνιζε το
αναψοκοκκισμένο της πρόσωπο ερχόμενο σε απόλυτη
αντίθεση με το τσουχτερό κρύο και το συννεφιασμένο
χειμωνιάτικο σκηνικό της πόλης. Μέσα της ένοιωθε
για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια μια απίστευτη
απελευθέρωση. Το τηλέφωνο χτύπησε άξαφνα, ήταν
αυτός πάλι . Το έκλεισε χωρίς να ταλαντευτεί , χωρίς
δεύτερη σκέψη.

 Έστρεψε το βλέμμα της προς τη φίλη της, γελάσανε
μαζί δυνατά. Άνοιξε το ραδιόφωνο και έβαλε μπρος.
 Ένα νέο αύριο διαγραφόταν στη ζωή της και είχε
εισχωρήσει βίαια μέσα της όσο και αυτός λίγη ώρα
πριν. Στο σταθμό η Meredith Brooks επέμενε πως
είναι μια σκύλα , μια ερωμένη , ένα παιδί ,μια μητέρα
...της ένεψε με νόημα και πάτησε με δύναμη το γκάζι.


Whitelighter

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ελεγεία για μια αγάπη






















Ακολούθησα τα χνάρια του πάνω στην άμμο.
Ήταν χειμώνας και η θάλασσα ήταν άγρια όπως
και τα συναισθήματα μου. Τα είχα με τον εαυτό μου,
τι στο διάολο με είχε ωθήσει να έρθω μέχρι εδώ?
Γιατί δέχτηκα να τον δω έπειτα από αυτό που μου
είχε κάνει?

Άναψα ένα τσιγάρο προσπαθώντας να διώξω όσα
στροβιλίζονταν μέσα στο κεφάλι μου και τον πλησίασα
με βλέμμα παγωμένο και αδιάφορο. Το δυνατό αγέρι
ανακάτευε τα μαλλιά μου και με παρέσερνε κάνοντας
με να περπατώ σαν μεθυσμένη. Σκόπευα να του πω ότι
τελειώσαμε , ότι δεν θα ήθελα ποτέ να με ενοχλήσει ξανά .

Μα όταν τον είδα να κάθεται σε εκείνο το παγκάκι ,που
συναντηθήκαμε για πρώτη φορά ,με μάτια βουρκωμένα
έσφιξε η καρδιά μου. Συνειδητοποίησα πόσο πολύ τον
είχα αγαπήσει ,ο εγωισμός μου όμως και η αξιοπρέπεια
μου δεν έπρεπε να καταρρακωθούν. Όχι πάντα ήμουν
περήφανη γυναίκα και περήφανα θα έφευγα.

Σηκώθηκε αργά σχεδόν νωχελικά λες και προσπαθούσε
να αντιληφθεί την κατάσταση να βρει τον τρόπο που θα
τον συγχωρούσα και θα έπεφτα ξανά στην αγκαλιά του.
Στάθηκα απέναντι του ακίνητη και αμίλητη ενώ μέσα
μου κραυγές πόνου προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο
απ' τα χείλη μου..από κάθε πόρο του κορμιού μου.

Ανασκίρτησα καθώς τύλιξε άξαφνα τα χέρια του γύρω μου ,
ήθελα να τον χαστουκίσω να τον απομακρύνω από το
σώμα μου. Μα αντί για αυτό ξεστόμισα οργισμένα
το αδιανόητο. "Σε μισώ τόσο πολύ που θέλω να μείνω
για πάντα στην αγκαλιά σου”. Τρελάθηκα με τον εαυτό μου.
Τι είχα πει μόλις? Τι στη οργή του είχα πει?.
Με έσφιξε δυνατά ενώ τα δάκρυα του είχαν φθάσει
στα χείλη του.Πόσο ήθελα τώρα να τα φιλήσω.
Πόσο ήθελα να χαθώ για πάντα στο άγγιγμα του.
Ντράπηκα τόσο που έμεινα έτσι άβουλη, προδίδοντας
τα πάντα.Τότε όμως κατάλαβα τη δύναμη της αγάπης.
Εκείνη τη δύναμη που ξέρει συγχωρεί ακόμη και τα
τραγικότερα λάθη.

Τα κορμιά μας μπλέχτηκαν χωρίς να λογαριάζουμε το κρύο.
Κάθε μου κύτταρο αποζητούσε τα χάδια του , ένα νεκρό σώμα
που ζωντάνευε ξανά με κάθε του άγγιγμα.
Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι πως φθάσαμε να κάνουμε
έρωτα ανάμεσα στα τόσα ερωτηματικά μας... και ήταν ο πιο
δυνατός έρωτας που είχαμε κάνει στα τόσα χρόνια.
Απορώ πως συγχώρεσα έστω και στιγμιαία εκείνο το φιλί ,
τα τόσα χάδια που έδινε σε εκείνη, χωρίς ενοχές
προδίδοντας τα όσα είχαμε ζήσει. Δεν τον ξαναείδα ποτέ…


Whitelighter

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Eternal...





























Nothing lasts forever.
Not the moon,
not the sun.
For in time,
their bright glow
will fade.

Nothing lasts forever.
Nor love, nor hate.
Not war, not peace.
For each overcomes
the other.

Nothing lasts forever.
Not life, not death.
Nor you, nor I.
For time will
start over.

Nothing lasts forever.
All that lies there,
is eternity
and I will love you
for all eternity,
but not Forever.
Whitelighter

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Ζήλεια μου...




















Ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να ζηλεύω,
ούτε στην αγάπη, ούτε στη ζωή. Γνώριζα πως το ωραίο
το θαυμάζεις και το ξεπερνάς λέγοντας "Δεν είμαι εγώ."
"Εγώ είμαι κάτι διαφορετικό". Πίστευα πως τον άνθρωπο
που αγαπάς τον κερδίζεις μόνο δίνοντάς του πραγματική 
ελευθερία. Να έχει, δηλαδή, το δικό του χώρο και τη
δυνατότητα να σκέφτεται και να υπάρχει μακριά σου.

Σε όλους έλεγα πως αν στη ζωή σου ασχολείσαι με κάτι
που οι υπόλοιποι δεν κατέχουν και το κάνεις καλά, τότε
δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεσαι κατώτερος τους
και να φανταστείτε ότι ποτέ δεν ένοιωθα τόσο καλά ούτε
μέσα στο χαρακτήρα μου, ούτε μέσα στο σώμα μου,
ούτε μέσα στον κόσμο.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν άρδην. Νοιώθω το κεντρί της
ζήλειας να με τρυπά κάθε μέρα και σε διαφορετικό σημείο.
"Λατρεία μου", μου είπες, "σε εμπιστεύομαι".και ζήλεψα
που ήξερα πως δεν είμαι η μόνη που εμπιστεύεσαι, ούτε η
μόνη που αποκαλείς έτσι. "Μόνο εσύ το ξέρεις", προσπάθησες

να με καθησυχάσεις, αλλά ζήλεψα ξανά όταν κατάλαβα ότι το
ήξεραν κι άλλοι. Στη δουλειά, τα ίδια. Μια σειρά από ανούσια
"μπράβο" που απλά φτιάχνουν ένα ωραίο περιτύλιγμα για κάτι
που ξέρεις πως ποτέ δε θα κάνεις τόσο καλά ώστε να είσαι
αναντικατάστατος ή έστω, πολύτιμος.

Δε ζηλεύω συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά, συγκεκριμένες
καταστάσεις. Ζηλεύω το χέρι που σχεδιάζει οδηγούμενο
απ' την αύρα πεθαμένων καλλιτεχνών. Ζηλεύω το μυαλό
που μπορεί να υπολογίσει σε δευτερόλεπτα πόσο κάνει
τόσο επί τόσο διά τόσο μείον τόσο τοις εκατό. Ζηλεύω το
πρόσωπο που κάθε του γωνία σου ψιθυρίζει "σαγήνη" .
Ζηλεύω την ψυχή που έχει το κουράγιο να κάνει ό,τι την
ευχαριστεί με τον ελεύθερο της χρόνο. Ζηλεύω την καρδιά
που δεν κουράζεται να χτυπά.

Ζηλεύω το σώμα που με κάθε του κίνηση μπορεί να εμπνεύσει
δεκάδες στίχους. Ζηλεύω τους ήρωες των ιστοριών του Μάρκες.
Ζηλεύω το μάτι που μπορεί να αφουγκραστεί όσα εγώ μονάχα

βλέπω. Ζηλεύω αυτόν που ξέρει πως ό,τι και να γίνει, έχει
στήριγμα να ακουμπήσει. Ζηλεύω το αυτί που ακούει ωραία
λόγια όταν πραγματικά τα έχει ανάγκη. Ζηλεύω την πένα που
μπορεί να αποτυπώσει με μελάνι όσες σκιές και φώτα έχω μέσα
στο κεφάλι μου. Ζηλεύω το πνεύμα που μπορεί να ζήσει τη
φαντασία του και όχι να φαντάζεται τη ζωή του. Ζηλεύω αυτόν
που ζει τη χαρά και τον πόνο με την ίδια ένταση και η ζωή του
έχει πολλά χρώματα.


Πάνω σε λεπτή κλωστή ισορροπεί η ζήλεια μας, με πολλά κενά 
ασυνέχειας, τα οποία εκμεταλεύεται το αύριο, με μια γενναία 
δόση ειρωνίας...


Whitelighter

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Παραμύθια δίχως όνομα

Ξεκινάμε τη μέρα μας κάθε φορά, μ' όλα κείνα
που δε μπορέσαμε ν' αλλάξουμε. Με τις λάθος
επιλογές μας, με τις λύσεις που δε μπορέσαμε να
δώσουμε, με όλα όσα ξέρουμε και δε ξέρουμε για
τον εαυτό μας και για τους γύρω μας. Μένουμε
προσκολλημένοι στα είδωλα του παρελθόντος μας,
στην αγάπη που θα θέλαμε να είχαμε, στον τρόπο
που μας μάθανε ν αγαπάμε λάθος ανθρώπους και
λάθος πράγματα. Ψάχνουμε το καλό μες στο κακό
και το κακό μες στο καλό, γιατί έχουμε χάσει την
εμπιστοσύνη μας κι εξερευνούμε λόγια, προθέσεις,
εικόνες,στηρίζοντας όμως πάντα μια προσδοκία
για ανθρώπινη ομορφιά.


Υπάρχουν ενέργειες και σκέψεις που δεν
μπορούμε να τις εξηγήσουμε, που ίσως
να μας κάνουν να ντρεπόμαστε και που
μερικές φορές δεν ανταποκρίνονται στο
σωστό, το λογικό και το γενικά παραδεκτό,
όμως είμαστε ελεύθεροι και μπορούμε να
θέλουμε να αρνηθούμε εκείνο που μας
επιβάλλεται. Αφήνουμε πίσω ό,τι μας
πόνεσε και δεν λυπόμαστε, ξεχνάμε εκείνους
που φύγανε και δεν μας νοιάζει, γιατί τίποτα
δεν χάνεται, αλλά κι αν χάνεται γίνεται πάλι
ξανά σε καινούργιο χρόνο, με καινούργιους
ανθρώπους. Εκείνοι ήταν να φύγουν,ήταν
να χαθούν, είναι να τους περιμένουμε,
να μας περιμένουν, ξεχνώντας.


Με χρόνο δανεικό, από το χρόνο των Θεών,
φτιάχνουμε τα παραμύθια μας, με όλα όσα
δεν καταλαβαίνουμε, με όλα όσα μας μαγεύουν,
αρχίζουμε να ζούμε μέσα τους και να
τελειώνουμε την κάθε ανθρώπινη στιγμή μας,
σκονίζοντας συνέχεια τις λέξεις μας,
χωρίς να μπορούμε ποτέ να δώσουμε
στα παραμύθια ένα όνομα.Κι είναι όλα
όμορφα, πάντα, όλα τόσο όμορφα.


Κολυμπάμε σ' ένα όνειρο, σ' ένα τεράστιο
κύκλο,τόσο μικροί, κολυμπάμε σαν μικρά
βατραχάκια,ευτυχισμένοι κι άλλες πάλι φορές,
τεράστιοι εμείς κι ο κύκλος τόσο μικρός, το
όνειρο τόσο μικρό, να ασφυκτιούμε, χωρίς
ποτέ να σκεφτούμε να του βρούμε ένα όνομα
να μας χωράει.κι όμως ακόμα και τότε,
όλα είναι όμορφα, τόσο παράλογα όμορφα.


Πετάμε ένα βότσαλο στη θάλασσα και
κάνουμε μια ευχή, για μας, για τους
αγαπημένους μας, για κείνους που
επιθυμήσαμε πολύ,αλλά δεν ήρθαν
ποτέ στο δρόμο μας και τους ευχόμαστε
να είναι καλά και κάθε μέρα που περνάει
καλύτερα.


Whitelighter

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Γητευτής θνητών ονείρων



Καλέμπ!, εσένα που αποκαλούν, γητευτή της
απαγορευμένης ηδονής των θνητών ονείρων.
Σε ανίχνευσα!
Εκεί!, στοιβαγμένο αυτάρεσκα στο μιαρό

λημέρι σου. Ένα προκλητικό βδέλυγμα μεταξύ
σαγηνευτικών γκρεμών και ακόλαστων τάφρων.

Πυρπολούσες με λαγνεία το ξαναμμένο χώμα.
Κρύφτηκα να μη με δεις!
Παθιασμένες πύρινες γλώσσες ξεχύνονταν
από τα φλογισμένα νερά του ποταμού Στύγα,
καθώς πότιζες αναίσχυντα τα απόκρυφα από
τα, κάθε λογής,πρώιμα θηλυκά σπαρτά.
Ξετρελαμένες ικέτιδες ξεπηδούσαν από
μέσα τους γυμνές. Κόρες που εσύ είχες

παρασύρει τεχνηέντως από την Γη των Ελόϊ
στις εβένινες αλάνες του ερέβους.

Ερεθισμένη λάβα εισέβαλε ξάφνου στο κορμί

μου. Προδόθηκα!
Ρίγησα από ηδυπαθή χάδια και δηλητηριασμένα

φιλιά. Άυλα χέρια , δίχως αιδώ, με άγγιξαν
παντού σχολαστικά.Ανάσα βαριά που βρομούσε
αψέντι με πλημμύρισε. Το αίμα μου κόχλαζε
επικίνδυνα, ψάχνοντας μανιασμένα δίοδο
ανάμεσα στις φλέβες μου.

Δεν μπορώ να ξεφύγω.

Δεν μπορώ!

-Πλησίασε λοιπόν,θνητή, στο όνειρο σου

θα με βρεις εσέ να περιμένω…


Whitelighter

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Σε χαρτόκουτα ξαπλώνουν τα βλέμματά μας.



Λοιπόν, δεν άντεχα άλλο να είσαι τόσο πολύ ο εαυτός
σου. Είσαι τόσο πολύ, με τόση παραδειγματική άνεση
κι ευκολία, που τελικά καταπιέζεις αυτό που είναι ο
άλλος. Ή ο Αλλος αν προτιμάς (θέλει ο Λακάν να κρυφτεί
κι η χαρά δεν τον αφήνει). Σε έβλεπα – δεν έκανες τίποτα,
ένα βλέμμα σου, όμως, έφτανε για να με ρίξει ξανά στην

αρχή της πρότασης πάνω που αγκομαχούσα να φτάσω
στην τελεία – ή έστω στην άνω τελεία. Δεν το ξέρεις

φυσικά, αυτό είναι που σου προσδίδει και τόση άνεση,
τόση ασφάλεια, τόσο εαυτό με τον οποίο κινείσαι.
Έναν εαυτό που περιφέρεις αγόγγυστα, όταν ο δικός
μου με βαραίνει τόσο που σκεφτόμαι να τον δώσω
πουθενά για υιοθεσία.

Παρόλα αυτά, με μάγεψες με την αθωότητα που είχε

αυτή η φαινομενική – τελικά- επιφανειακότητα σου.
Αυτός ο χορός στον πάγο της εικόνας που αν και δεν

πάσχισες πολύ να δημιουργήσεις, σίγουρα έκανες λίγο
παραπάνω αγώνα για να διατηρήσεις. Σου κόστισε
κάτι παραπάνω βρε αδερφέ, κυρίως τα βράδια εκείνα
που με έπαιρνες τηλέφωνο, ψιλοζαλισμένος από το
ουίσκι, με φιλοσοφικά και μη ερωτήματα που μου
πέταγες εύκολα – heavy words are so lightly thrown
(και να στο έλεγα αυτό, αποτέλεσμα δεν θα είχα).

Απάντηση για όλα αυτα δεν πήρα ποτέ,
καταραμένη
θαρρείς να μη φθάσω ποτέ μπροστά στο μελοδραματικό
αυτο ντελίριο της ανακάλυψης, με ολίγη βέβαια από opera
buffa. Ακόμα φαντάζομαι ο εαυτός σου είσαι. Όχι εκείνος
που είδα, αλλά εκείνος που διαφημίζεις, ανακυκλώνεις,
επιβάλλεις. Όχι εκείνος που τα βράδια οδηγεί μόνος
ακούγοντας τις μουσικές μου, αλλά εκείνος που άφησε
πίσω του αυτά που θα μπορούσαν να είχαν γίνει, που θα
μπορούσε να είχε κάνει. Ήθελα να ξερα τι βλέπεις στον
καθρέφτη σου. Που να στεγάζεις τον εαυτό που άφησες
για να μασκαρευτείς.

Σε χαρτόκουτα ξαπλώνουν τα βλέμματά μας.


Whitelighter

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ένας άγγελος μετράει τη ζωή της...



Σε χρόνο ψεύτικο, σε μια στιγμή ατελείωτη,
χαμένη, ταξιδεύει με ένα γαλάζιο σύννεφο
φτιαγμένο από διάφανες, λουσμένες με
αναμνήσεις λέξεις. Με ένα κρυστάλλινο αρχαίο
κλειδάκι, ανοίγει ένα κρυφό μονοπάτι της ψυχής,
κόβει ένα κομμάτι σύννεφο και το σκορπάει
μέσα της. Διπλοκλειδώνει κι εμπιστεύεται το
κλειδί σ' έναν άγγελο να το φυλάει.

Πασχίζει να βάλει τις λέξεις στη σειρά.
Γκρεμίζει μαζί τους και χτίζει μαζί τους.
Κλαίει και γελάει μαζί τους κι όταν τελειώνει
το ξέρει πως είναι έτοιμη να χορέψει στο κενό της.
Απλώνει τα χέρια, κλείνει τα μάτια κι αφήνεται.
Πετάει σ' ένα χρόνο ψεύτικο και ταξιδεύει παρέα
μ' ένα κομμάτι σύννεφο. Το πρώτο πέταγμα.
Ο πρώτος μεγάλος φόβος. Θα ζήσει ή θα πεθάνει;
Aπό πού να πιαστεί για να μη χαθεί; Δε ξέρει πως,
είναι όμως βέβαιη πως θα ξαναβρεί το δρόμο που
θα την οδηγήσει στη γη.

Σε χρόνο ψεύτικο, σε μια στιγμή απερίγραπτη
γεμίζει ο ουρανός πολύχρωμα μπαλόνια.
Αναγνωρίζει τα χρώματά τους. Είναι εκείνα τα ίδια
χρώματα που μικρή έβαφε τα όνειρά της. Πιάνεται
από τα μπαλόνια, πιάνεται από τα όνειρά της και ζει
ξανά τα παιδικά παιχνίδια στο κήπο που πήρε το
πρώτο της φιλί. Στον κήπο που ο άγγελος τώρα
την περιμένει για να της επιστρέψει, μ' ένα δροσερό
χαμόγελο, το κλειδί της ψυχής της και να της πει :

-“Εναλλαγές συναισθημάτων ένα πολύχρωμο
πάζλ είναι η ζωή σου. Τη μία κλάις την άλλη
γελάς , νευριάζεις , αγαπάς, χαίρεσαι και
λυπάσαι. Το σημαντικότερο είναι να μπορείς
να είσαι ο εαυτός σου παρόλο που πολλές φορές
θα θελήσεις να τον απαρνηθείς.Ένα σου χαμόγελο
στον καθρέπτη σου, εκείνες τις ημέρες που θα
προτιμούσες να είσαι κάποια άλλη και όχι ο εαυτός
σου, αρκεί να αναθεωρήσεις την άποψη σου και να
δείς το πόσο πραγματικά όμορφη είσαι.Όμορφη
για σένα και μόνο!

Ότι αναζητάς βρίσκεται μέσα σου. Μην ψάχνεις να το
βρεις στα λόγια και στα μάτια των άλλων. Ξεκλείδωσε
ότι καλά κρατάς φυλαγμένο και να θυμάσαι πως είναι
μακρύς ο δρόμος γιατί αυτό που αναζητάς είναι αυτό
που τελευταίο θα βρεις.”

Σε χρόνο ψεύτικο, ένας άγγελος μετράει τη ζωή της.


Whitelighter

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Αναζητώντας την αγάπη...



Ήταν που λες μια φορά ένα κοριτσάκι. Ούτε όμορφο,
ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο
κοριτσάκι ήτανε,που θα έμοιαζε μ' όλα τα άλλα, αν δεν είχε
μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε από
το σπίτι της και πήγαινε και στεκότανε στις παρυφές του

δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα πνεύματα του
δάσους που πήγαιναν να πιούν νερό. Περνούσαν που λέτε
πανέμορφοι πρίγκηπες και ιππότες ,νεράιδες και ξωτικά.
Το κοριτσάκι ένιωθε πως με όλους έμοιαζε λιγάκι, πως όλοι
τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τους
σταματούσε όλους, τους κοίταζε στα μάτια και ρωτούσε:
- Μπορείς να μ' αγαπάς; Οι πιο πολλοί γελούσαν. Άλλοι δεν
έμπαιναν καν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλοι της
έλεγαν:Δεν έχω χρόνο ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς.

Αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα,
ώσπου μια μέρα,το κοριτσάκι ξαναρώτησε κ'ένας πρίγκηπας
χαμογέλασε και του είπε:- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι θα πει ν' αγαπη-
θούμε;- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να
καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα
θα πει να κοιταζόμαστε στα μάτια. Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια
για μερόνυχτα.- Τώρα αγαπιόμαστε; - Όχι βέβαια. Αλίμονο αν
ήταν τόσο απλό.Ν' αγαπηθούμε θα πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενοι!- Τι ωραίο
να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; - Όχι ακόμα. Γιατί
ν' αγαπηθούμε θα πει να 'χουμε και κάτι ο ένας απ' τον άλλον.
Δώσε μου λίγο απ’τα πλούσια μαλλιά σου κι εγώ θα σου δώσω
από το γαλάζιο των ματιών μου. Κι έκαναν έτσι. Ο πρίγκηπας
πρόβαρε τα κατάμαυρα μαλλιά του κοριτσιού κ'ύστερα
της χάρισε το πιο όμορφο γαλάζιο των ματιών του.- Τώρα
αγαπιόμαστε; - Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο.
Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να
τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα,
με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί
την αχτίδα.- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε; - Τώρα!

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε
και ξεκίνησαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά
σα μέλι.Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους. ‘Ετρεχαν δε με τέτοια
ταχύτητα που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν
ένα. Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που
όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλω-
θούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα
σύννεφα. Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια,να 'τανε ένα
λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο
χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο πρίγκηπας ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί.Μπορεί να ζαλίστηκα
απ' το τρέξιμο. Θα 'θελα να γυρίσω πίσω. -Κουράστηκες;
Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως
που μας κουβαλάει.Δεν είναι κουραστικό. - Για μένα
είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν
δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω.

Αυτά είπε και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη

που κατέβαινε στη γη και χάθηκε.- Μη φεύγεις, φώναξε το
κοριτσάκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω πια να σταματήσω,
κι είν' αστείο να τρέχω μόνη μου στον ουρανό. Όμως, τη φωνή
της την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι
- το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεεε... ωωωωω.. Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να
πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξανα-
γυρίσω πίσω; Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο,
κι έτσι δεν της απάντησε κανένας. - Μου φαίνεται πως τώρα
τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω.Κι αν
τρέχω έτσι μόνη μου για πάντα; Εεεεε... ωωωωωωωωω...
Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ; Τότε, μια μικρή φωνούλα
έφτασε στ' αφτιά της, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε
από μέσα της. - Ψιτ, ψιτ! κοριτσάκι! -Μου μίλησε κανείς;
Τίποτε δεν βλέπω. - Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου.Είμαι
η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον πρίγκηπα βόλτα

στον Γαλαξία.Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Μόνο εγώ
μπορώ να σε γυρίσω πίσω.Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω
από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε.Μόνο που 'χω
τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν
εξαντληθεί.Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από
σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου,
να προχωράμε...




- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω; - Ξέρω κι εγώ;. Τα μαλλιά σου,
τις πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου ‘ισως;
- Τα μαλλιά μου, οι πατούσες μου, πάρτα δικά σου. Μόνο
που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο πρίγκηπας μαζί του.
Κι αυτό δεν αλλάζει.Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου.
Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη. Μην πονάς πολύ.
Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα.
Αλλάζουμε πορεία. Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά. Το κορι-
τσάκι μ' ένα πόδι, κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως
της φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον πρίγκηπα της.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο πρίγκηπας της. Μόνο εκείνος
μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτε άλλο.-Παράξενο να μπαίνεις σε
τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις
γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς
να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό. - Σσσσστ! Μη
μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα. Καίω τη δεύτερη
πατούσα. Κατεβαίνουμε. Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν
κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά,
που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε.
Το κοριτσάκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να
μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα,
τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!.Και μετά τίποτα.

Όταν το κοριτσάκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται,
πόναγε σ' όλο της το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν
κοντά της και της έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις

πληγές για να μην τσούζει, και της έβαζε κομπρέσες κι
επιδέσμους και τη χάιδευε.- Ο πρίγκηπας μου, σκέφτηκε κι
άνοιξε τα μάτια. Όμως, είδε να σκύβει πάνω της ένα ξωτικό.
Ήταν ένα μικρόσωμο ατσούμπαλο ξωτικό με αστείο βλέμμα.
Ηταν όμως τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως
λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο
τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το κοριτσάκι ούτε να δακρύσει
από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα
πολλή. Ύστερα, το ξωτικό ρώτησε κάτι που το κοριτσάκι
άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν
ανυποψίαστο για όλα.

- Μπορείς να μ' αγαπάς; Το
κοριτσάκι αναστέναξε, χωρίς

καθόλου λύπη. - Φοβάμαι πως δεν μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά
για ν' αγαπήσω. - Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα
κομμάτι απ' τη δικιά μου. – Όμως ν' αγαπηθούμε θα πει να
τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια. - Να τρέχουμε, έτσι
άσκοπα, γιατί; Ν' αγαπηθούμε θα πει να κάνουμε μαζί μια
διαδρομή, όπως μπορούμε.Το πιο Σπουδαίο είναι να 'μαστε
οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα
πάμε.Μικρό μου κοριτσάκι, αν μπορείς να μ' αγαπάς, θα σου
φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες,
θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε
πάρω αγκαλιά και θα 'ναι πιο όμορφα, γιατί θ' ακούω την
ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και
δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα 'μαστε εμείς

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να

το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή,
περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε. Ο από-

ηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων
- λένε...Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε.

Whitelighter

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

My Immortal...



I'm so tired of being here,
suppressed by all my childish fears
and if you have to leave,

I wish that you would just leave
'cause your presence still lingers here

and it won't leave me alone.

These wounds won't seem to heal,

this pain is just too real.
There's just too much that time

cannot erase.

When you cried,

I'd wipe away all of your tears.
When you'd scream,

I'd fight away all of your fears
and I held your hand through all

of these years.
But you still have all of me.



You used to captivate me
by your resonating light.
Now, I'm bound by the life
you left behind.
Your face it haunts,
my once pleasant dreams.
Your voice it chased away,
all the sanity in me.

These wounds won't seem to heal,
this pain is just too real.
There's just too much that time
cannot erase

When you cried,
I'd wipe away all of your tears.
When you'd scream,
I'd fight away all of your fears
and I held your hand through
all of these years.
But you still have all of me.

I've tried so hard to tell myself
that you're gone.
But though you're still with me,
I've been alone all along ...

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Ο μονόλογος του τίποτα...



«Η ζωή είναι ένα μυστήριο γιατί μπορεί να φέρει
τη χαρά οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα
και κάτω απ’ τις λιγότερο υποσχόμενες συνθήκες...»

Έτσι ενθαρρυντικά θέλω να ξεκινήσω,γιατί αυτό που
θ’ ακολουθήσει, μόνο «θεατρικά» δύναται να ακουστεί,
σαν ένας μονόλογος άσκησης «υποκριτικής»,
ένα τεχνούργημα προς εναντίωση...

Μ’ ένα τίποτα έζησα, με ένα τίποτα η ζωή μου δόθηκε,
και πώς να το γεμίσω; Τίποτα δε λαχτάρησα, τίποτα

δεν αγάπησα, τίποτα δεν τόλμησα, τίποτα δεν αρνήθηκα,
τίποτα δεν προσπάθησα, δεν πάλεψα, δεν απόρριψα τίποτα.

Ξυπνούσα και δεν είχα να κάνω τίποτα.Με ρωτούσαν τί

έχω και δεν έλεγα τίποτα.Μια άδειανή σελίδα η ζωή μου,
με δοσμένο το θέμα της έκθεσης γιανα γράψω «Η ζωή μου»,
και γω δεν έγραφα τίποτα. Πήγαινα μοναχός, σφύριζα
μοναχός ,μετρούσα αδειανά τα βλέμματα στους τοίχους
και στα πλακάκια του σπιτιού μου και το τίποτα γινόταν
αδηφάγο θεριό και με ρούφαγε. Το θεριό μεγάλωνε,
εγώ το μεγάλωνα, το ντάντευα, το τάϊζα, κι αυτό, μια
μαύρη τρύπα σκοτεινή με ρούφαγε ολόκληρο
και με εκμηδένιζε.

Θέλω να βγω απ’ το σκοτάδι ,να σταθώ κάτω απ’ του

προβολέα το φως και να τα πω όλα,να τα κάνω όλα,
να βρω τα λόγια τα δικά μου τα ξεχασμένα και τ’ απόκρυφα
να τα αρθρώσω και να ξεδώσω. Θέλω να γεννήσω τις
κουβέντες μου, να ακούσω τις ανάσες μου, να χορέψω
στο καρδιοχτύπι μου, να συνθέσω τις μπαλλάντες
της ζωής μου.

Και τι θα είναι η ζωή μου αν πάψει να είναι τίποτα;
Με τί θα μοιάζει το πορτραίτο μου αν τολμήσω να με

ζωγραφίσω; Τί χρώματα να βάλω που δεν μου’δωσαν
τίποτα; Θέλω να γίνω κάτι, να κάνω κάτι, θέλω κάτι να
πω, είναι η ώρα να μιλήσω, και το στομάχι μου φουσκώνει,
με πιάνει μια φουσκοθαλασσιά αλήθειας, έχω αναταράξεις

στην καρδιά σαν πεταρίσματα, σαν πεταλούδες στο δάσος
της Λίνδου, πολύχρωμες πεταλούδες που στροβιλίζονται
στα πλευράκια μου, χαρχαλεύεται η αλήθεια μου και δεν

βρίσκει πέρασμα στο δάσος του τίποτά μου να γλυστήσει
στο φως, να πετάξει λεύτερο, και να με λευτερώσει και μένα.

Να ελευθερωθώ, να ελευθερώσω απ’ τις σπηλιές μου
τις αρμύρες των δικών μου λόγων, να ξεδιπλώσω
απ’ τα μπαούλα μου τα δικά μου πλεχτά σεμεδάκια,
με λουλούδια σε χρώμα ροζ, να χτενίσω με τα δικά μου
κοκκάλινα χτένια μακριά μαλλιά κοκκινομάλληδων

αγοριών, να μαζέψω πούπουλα να τα κολλήσω στα
δικά μου φτερούγια να πετάξω.

Να πετάξω πάνω απ’ τις θάλασσες των χαρτών και των

ηπείρων, να πετάξω ξαρμάτωτος, Ίκαρος γυμνός,
μαζί με τα γλαρόπουλα τα όνειρά μου, μέσα σε

τρεχαντήρια θύμησες κι ελπίδες, και να φτάνω,
όλο να φτάνω στην απάτητη, απόρθητη γη του είναι μου .
Αυτού που χρόνια αναζητώ μα πνίγομαι στο τίποτα
που μου κόλλησαν οι άλλοι.

Ένα ομαδικό τίποτα έγινε ο κόσμος, λάσπιασε ο κόσμος,

βάλτωσε στα τιποτάκια έλη του. Κυκλοφορούμε κι
αναρωτιόμαστε, ή κάποτε, στρέφουμε το μικρόφωνο
της ερώτησης στους άλλους:

- Τί έχεις;
- Τίποτα.
- Τι σκέφτεσαι;
- Τίποτα.
- Τί θέλεις;
- Τίποτα.
- Ποιος είσαι;
- Ένα τίποτα.

Κουράστηκα στο τίποτα πνιγμένος.
Θέλω να βγω στο «κάτι» λυτρωτής.
Θέλω να πάψω να’μαι ο ηττημένος
Ήρθε η στιγμή να γίνω νικητής.
Κουράστηκα να ζω μες στη σιωπή μου
Νιώθω στο στήθος μου ν’ ανάβει μια φωτιά
Από το στέρνο μου ανεβαίνει η φωνή μου
Βάζει στο τίποτα του κόσμου πυρκαγιά.
Είμαι ένα πρόσωπο, ένα σώμα, μια εικόνα
Είμαι στην άκρη ενός γραπτού υπογραφή,
Πετάω στα πέρατα σαν άγρια χελιδόνα
Κι απ’ την καρδιά μου ξεγαντζώνω το καρφί.-

Στέκομαι σε θέση προσοχής, παίρνω βαθειά εισπνοή

και λέω: «Είναι η ζωή άξια εμπιστοσύνης, πέρα
απ’ τα πάνω και τα κάτω της, πέρα απ’ τα τίποτα
και τα μηδενικά .

Είναι η ζωή απαραιτήτως όμορφη.»



Whitelighter