Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Άδραξε τη μέρα...

Γέμισε τις χούφτες της με παγωμένο νερό
και έπλυνε το πρόσωπο της γελώντας δυνατά.
Ανασκουμπώθηκε, έφτιαξε όπως όπως τα
ρούχα της και έβγαλε από τη τσάντα της μια
μικρή βούρτσα χτενίζοντας πρόχειρα τα
μπερδεμένα της μαλλιά.

Οι φωνές της είχαν σίγουρα ακουστεί στους
θαμώνες της καφετέριας μα αυτό δεν την
απασχολούσε διόλου. Αυτό που είχε προηγηθεί
ήταν ένα άγριο πήδημα και τίποτα άλλο και
μάλιστα με τον άνθρωπο που την είχε πληγώσει
όσο κανένας. Τον άνδρα που μισούσε να αγαπάει
πιο πολύ και από την ίδια της τη ζωή.

Λίγα λεπτά πριν είχε ανοίξει την πόρτα της
τουαλέτας και είχε εξαφανιστεί όσο ξαφνικά
ήρθε εκείνο το απόγευμα και την είχε οδηγήσει
βίαια, με μάτια που έκαιγαν σε μια στιγμή
ατέρμονου πάθους. Τα λόγια που έβγαιναν από
το στόμα του και που άλλοτε θα τα θεωρούσε
προσβλητικά την είχαν φέρει σε έναν οργασμό
σώματος και μυαλού που έχανε κάθε επαφή με
το περιβάλλον.

Μέχρι τότε στη ζωή της υπήρξε η απόλυτα συνε-
σταλμένη γυναίκα με τα “καθώς πρέπει” του κόσμου
οδηγό σε κάθε της βήμα. Προσηλωμένη στο καθήκον
της ως συζύγου και μητέρας και γεμάτη πόνο από την
μίζερη ζωή της πλάι σε έναν άνθρωπο που επέμενε να
την απατά επιδεικτικά. Είχε βρει όμως τη δύναμη να
χωρίσει και τώρα, ήρθε αυτό να ταρακουνήσει
συθέμελα την ύπαρξη της

Βγήκε αεράτα από την τουαλέτα , αγνοώντας πλήρως
τα μάτια που καρφώνονταν απάνω της από κάθε γωνιά
του μαγαζιού και κατευθύνθηκε στο τραπεζάκι που την
περίμενε εμβρόντητη η φίλη της. Χωρίς να της πει
κουβέντα την πήρε να φύγουνε. Άφησε βιαστικά τα
χρήματα που όφειλαν πλάι στο ζεστό ακόμα καφέ της
και τραβώντας την από το χέρι βγήκαν έξω και
περπάτησαν γοργά μέχρι το αυτοκίνητο.

Το χαμόγελο της διαγραφόταν άγριο και τόνιζε το
αναψοκοκκισμένο της πρόσωπο ερχόμενο σε απόλυτη
αντίθεση με το τσουχτερό κρύο και το συννεφιασμένο
χειμωνιάτικο σκηνικό της πόλης. Μέσα της ένοιωθε
για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια μια απίστευτη
απελευθέρωση. Το τηλέφωνο χτύπησε άξαφνα, ήταν
αυτός πάλι . Το έκλεισε χωρίς να ταλαντευτεί , χωρίς
δεύτερη σκέψη.

 Έστρεψε το βλέμμα της προς τη φίλη της, γελάσανε
μαζί δυνατά. Άνοιξε το ραδιόφωνο και έβαλε μπρος.
 Ένα νέο αύριο διαγραφόταν στη ζωή της και είχε
εισχωρήσει βίαια μέσα της όσο και αυτός λίγη ώρα
πριν. Στο σταθμό η Meredith Brooks επέμενε πως
είναι μια σκύλα , μια ερωμένη , ένα παιδί ,μια μητέρα
...της ένεψε με νόημα και πάτησε με δύναμη το γκάζι.


Whitelighter

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ελεγεία για μια αγάπη






















Ακολούθησα τα χνάρια του πάνω στην άμμο.
Ήταν χειμώνας και η θάλασσα ήταν άγρια όπως
και τα συναισθήματα μου. Τα είχα με τον εαυτό μου,
τι στο διάολο με είχε ωθήσει να έρθω μέχρι εδώ?
Γιατί δέχτηκα να τον δω έπειτα από αυτό που μου
είχε κάνει?

Άναψα ένα τσιγάρο προσπαθώντας να διώξω όσα
στροβιλίζονταν μέσα στο κεφάλι μου και τον πλησίασα
με βλέμμα παγωμένο και αδιάφορο. Το δυνατό αγέρι
ανακάτευε τα μαλλιά μου και με παρέσερνε κάνοντας
με να περπατώ σαν μεθυσμένη. Σκόπευα να του πω ότι
τελειώσαμε , ότι δεν θα ήθελα ποτέ να με ενοχλήσει ξανά .

Μα όταν τον είδα να κάθεται σε εκείνο το παγκάκι ,που
συναντηθήκαμε για πρώτη φορά ,με μάτια βουρκωμένα
έσφιξε η καρδιά μου. Συνειδητοποίησα πόσο πολύ τον
είχα αγαπήσει ,ο εγωισμός μου όμως και η αξιοπρέπεια
μου δεν έπρεπε να καταρρακωθούν. Όχι πάντα ήμουν
περήφανη γυναίκα και περήφανα θα έφευγα.

Σηκώθηκε αργά σχεδόν νωχελικά λες και προσπαθούσε
να αντιληφθεί την κατάσταση να βρει τον τρόπο που θα
τον συγχωρούσα και θα έπεφτα ξανά στην αγκαλιά του.
Στάθηκα απέναντι του ακίνητη και αμίλητη ενώ μέσα
μου κραυγές πόνου προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο
απ' τα χείλη μου..από κάθε πόρο του κορμιού μου.

Ανασκίρτησα καθώς τύλιξε άξαφνα τα χέρια του γύρω μου ,
ήθελα να τον χαστουκίσω να τον απομακρύνω από το
σώμα μου. Μα αντί για αυτό ξεστόμισα οργισμένα
το αδιανόητο. "Σε μισώ τόσο πολύ που θέλω να μείνω
για πάντα στην αγκαλιά σου”. Τρελάθηκα με τον εαυτό μου.
Τι είχα πει μόλις? Τι στη οργή του είχα πει?.
Με έσφιξε δυνατά ενώ τα δάκρυα του είχαν φθάσει
στα χείλη του.Πόσο ήθελα τώρα να τα φιλήσω.
Πόσο ήθελα να χαθώ για πάντα στο άγγιγμα του.
Ντράπηκα τόσο που έμεινα έτσι άβουλη, προδίδοντας
τα πάντα.Τότε όμως κατάλαβα τη δύναμη της αγάπης.
Εκείνη τη δύναμη που ξέρει συγχωρεί ακόμη και τα
τραγικότερα λάθη.

Τα κορμιά μας μπλέχτηκαν χωρίς να λογαριάζουμε το κρύο.
Κάθε μου κύτταρο αποζητούσε τα χάδια του , ένα νεκρό σώμα
που ζωντάνευε ξανά με κάθε του άγγιγμα.
Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι πως φθάσαμε να κάνουμε
έρωτα ανάμεσα στα τόσα ερωτηματικά μας... και ήταν ο πιο
δυνατός έρωτας που είχαμε κάνει στα τόσα χρόνια.
Απορώ πως συγχώρεσα έστω και στιγμιαία εκείνο το φιλί ,
τα τόσα χάδια που έδινε σε εκείνη, χωρίς ενοχές
προδίδοντας τα όσα είχαμε ζήσει. Δεν τον ξαναείδα ποτέ…


Whitelighter