Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Επιτάφιος...


















Το  ιερό χώμα, που με αίμα μπόλιασαν οι ΈΛληνες, 
κατακρημνίζεται στις ρωγμές του. Πάνω στη ρημαγμένη γη 
που με κόπο και ιδρώτα χτίσαμε τον πιο λαμπρό από τους 
πολιτισμούς της ανθρωπότητας, τα όργανα της στυγερής 
τελετουργίας χαριεντίζονται αυτάρεσκα, υπό το φως ενός 
αρρωστημένου ήλιου.

 Όταν κάθε ΈΛληνας κομματιάζεται βιώνοντας ξανά και 
ξανά τραγελαφικούς εφιάλτες ανόητων σκηνοθετών, 
κανένας, από τους τα δώρα φέροντες,  δεν πρόκειται να 
του εναποθέσει δάφνινο στεφάνι και η δήθεν χαρμόσυνη 
σιωπή ενός ανύπαρκτου σχεδίου σωτηρίας θα καλύψει 
για μία ακόμη φορά τις κραυγές του. 

Ανάμεσα στο σιδηρούν παραπέτασμα που με σμίλη 
κανακεύει η μοίρα, καταπιάνονται οι θεριστές των μιαρών 
καρπών και, σαν η σεμνή τελετή φθάσει στο τέλος της, 
θα ποτίσουν με δακρυγόνα και μώλωπες όσους από εμάς 
τολμήσουν να ορθώσουν εμπόδια στην αποκομιδή της 
σοδειάς του Πονηρού, που τόσο μανιασμένα εποφθαλμιούν.

Τους γνωρίζουμε και ας μην το θυμόμαστε. Τρέμουν τη 
μέρα που θα ξυπνήσουμε και για το λόγο τούτο μας 
τρατάρουν καθημερινά λωτούς και λησμονόχορτα.

Όσο επιμένουμε να ξεχνούμε τις απεριόριστες δυνάμεις μας 
ως ΈΛληνες, τόσο θα σερνόμαστε σε ραγισμένα μονοπάτια. 
Η γνώση αυτή, που μονάχα οι "μεγαλοπρεπείς" πρέπει να 
κατέχουν, είναι δικός τους σύμμαχος και συνάμα θανάσιμος, 
όσο κανείς μας δεν θυμάται. 

Η μοίρα της ετοιμοθάνατης ΕΛλάδας μας βρίσκεται διαρκώς 
στα βρώμικα χέρια ασθμαινόντων ηλιθίων. Για πόσο ακόμα 
θα τους αφήνουμε να ασελγούν πάνω της περιμένοντας στην 
υποτιθέμενη βολή μας να μας σώσουν;

Θέλουν να μας θάψουν και μετά να στήσουν γλέντι τρελό πάνω 
στο μνήμα μας! Ένας επιτάφιος σύντομα θα λάβει χώρα. 
Στο χέρι μας είναι να είναι ο δικός τους!!!




Whitelighter

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπης Θάμα...

























Ξάφνου στο αγόρι έγιναν όλα ξεκάθαρα, η φωνή
στο μυαλό του, του είχε πει τι έπρεπε να κάνει.  Έφυγε
αστραπιαία από το παρατηρητήριο και στο δρόμο πέταξε
το περιτύλιγμα σε ένα καλαθάκι, όπως θα έκανε και
ο Δημήτρης, άλλωστε. Σταμάτησε σε ένα ξύλινο τηλεφωνικό
θάλαμο που είχαν στυλώσει στο περιθώριο του Χο-Τσιν Μινχ,
μοναδική παραφωνία στον κόσμο που είχαν πλάσει για το
παιχνίδι τους. “Που ακούστηκε ζούγκλα με τηλεφωνικό 
θάλαμο;” θυμήθηκε την αντίδρασή του προς τον φίλο του 
γελώντας και έβγαλε ένα κέρμα από την εσωτερική, 
αυτοσχέδια, τσέπη  που είχε καμώσει στο σορτσάκι του. 
Έκανε στα γρήγορα ένα τηλεφώνημα και κίνησε αμέσως 
για το σπίτι.

Την ώρα που έφθασε, με τον ιδρώτα να στάζει και ανάσα
 βαριά από το τρέξιμο, το αυτοκίνητο του πατέρα του ήταν
ήδη εκεί. “Ευτυχώς γύρισε νωρίτερα. Ίσως και να προλάβω”
μονολόγησε. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς το
ευρύχωρο σαλόνι στα αριστερά του, απ’ όπου άκουγε
αγωνιώδεις ομιλίες. Μόλις οι γονείς του αντίκρισαν το παιδί
έτρεξαν και το πήραν στην αγκαλιά τους. Το αγόρι ξεγλίστρησε
από τα χέρια τους και, καθώς το βλέμμα του συνάντησε
εκείνο του πατέρα του, κατάλαβε μεμιάς πως είχε ήδη μάθει
τα μαντάτα.

Δίχως να χάσει στιγμή και χωρίς να δώσει την παραμικρή
εξήγηση για το πού βρισκόταν εδώ και τόσες ώρες, ζήτησε
σοβαρά  από τον εμβρόντητο πατέρα  του να τον πάει στο
νοσοκομείο να δει τον Δημήτρη. Του είπε επίσης ότι πριν λίγο
είχε μιλήσει με την μητέρα του Δημήτρη και είχε πάρει ήδη τη
συγκατάθεσή της. Ο πατέρας του που ήταν ιδιαίτερα αυστηρός
και συνήθως απόλυτος στις απόψεις του, πείστηκε ιδιαίτερα
εύκολα τούτη τη φορά χωρίς να αραδιάσει καν τις πολλές και
εύλογες ενστάσεις που περίμενε στωικά να ακούσει.

Μα πώς θα μπορούσε να του είχε αρνηθεί;  Στα μάτια του 
γιού του, καθώς εκείνος τον κοιτούσε σταθερά και αγέρωχα, 
δέσποζε η σπίθα ενός ανθρώπου που δεν παρακαλούσε, μήτε 
ικέτευε. Το παιδί  φάνταζε, στα μάτια του πατέρα του, να είχε 
απόλυτη σύνεση των όσων ζητούσε. Βέβαια, απόρησε μέσα του, 
καθώς επιβιβαζόταν με το παιδί στο αυτοκίνητο, πώς η   
ευλογημένη η μάνα του Δημήτρη είχε επιτρέψει σε ένα μικρό 
αγόρι να μπει στην εντατική και μάλιστα να αντικρίσει έναν   
άνθρωπο ετοιμοθάνατο, μα αυτό μικρή σημασία είχε πια.

Στο δρόμο για το νοσοκομείο σκεφτόταν όσα του είχε πει
η γυναίκα του για την κατάσταση του παιδιού. Οι γιατροί, 
έπειτα από μια πολύωρη επέμβαση που διήρκησε ολάκερο 
το πρωινό, είχαν αποφανθεί ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα και 
ότι την αυγή της επόμενης ημέρας θα του αφαιρούσαν τα 
μηχανήματα υποστήριξης αφού πρώτα τον είχαν επισκεφτεί 
όλοι οι συγγενείς. Πόσο μακάβριο φάνταζε στο μυαλό του όλο 
αυτό. Σε ολόκληρη τη διαδρομή για το νοσοκομείο ο μικρός 
καθόταν ακίνητος στη θέση του συνοδηγού δίπλα του. Δεν είχε 
ρωτήσει τίποτα σχετικά με τον Δημήτρη, όπως θα περίμενε 
ο πατέρας του, μα αρκούνταν με μάτια σφαλιστά να σιγοψιθυρίζει 
λόγια παράξενα. Δεν τόλμησε να τον ρωτήσει καν τί ακριβώς έκανε.

Φθάνοντας στο νοσοκομείο και ανεβαίνοντας στον τέταρτο όροφο
που βρισκόταν η εντατική, ο πατέρας του άφησε το κορμί του να
πέσει βαριά σε μια σκουρόχρωμη καρέκλα της αίθουσας αναμονής,
παρατηρώντας το γιό του να μπαίνει στο δωμάτιο της εντατικής
και το φάντασμα που κάποτε ήταν η μητέρα του Δημήτρη να
κλείνει πίσω της την μεγάλη μεταλλική πόρτα.

Το κρεβάτι που είχαν ξαπλώσει τον Δημήτρη ήταν στριμωγμένο
ανάμεσα σε παράξενα μηχανήματα που έβγαζαν διαφορετικούς
θορύβους το καθένα. Αυτός ήταν σκεπασμένος μέχρι τη μέση με
ένα σεντόνι και τον είχαν ντύσει στα λευκά. Το κεφαλάκι του ήταν
ασφυκτικά τυλιγμένο με γάζες και το κορμάκι του γεμάτο 
πολύχρωμα σωληνάκια. Οι γονείς του, αφού αγκάλιασαν σιωπηλά 
το αγόρι, πήραν πάλι τη θέση τους στο προσκεφάλι του. Σαν ο μικρός,
σπάζοντας τη σιωπή, ζήτησε ψιθυριστά να τον αφήσουν λίγο μόνο
του με τον Δημήτρη, εκείνοι απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλήσουν.

Όταν το παιδί έφυγε από το δωμάτιο ήταν σα λευκό πανί.
Ο πατέρας του το πήρε αγκαλιά χωρίς να το ρωτήσει τι
είχε αντικρίσει στην εντατική, αν είχε μιλήσει στο Δημήτρη
και αν το ετοιμοθάνατο αγόρι του είχε αποκριθεί. Τι νόημα
θα είχε; Ήξερε πως το παιδί δεν είχε επαφή με το περιβάλλον.
Ήταν ένας ζωντανός νεκρός.

Αυτά που ακολούθησαν την επόμενη μέρα μόνο ως θαύμα
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο
και το σήκωσε η μητέρα του ακούγοντας τη σπασμένη φωνή στην
άλλη γραμμή είχε υποθέσει το αυτονόητο. Ο μικρός είχε φύγει
από τη ζωή. Μα όχι! Δεν είχε συμβεί αυτό. Το παιδί  είχε ξυπνήσει!
Λίγη ώρα μετά από την επίσκεψη του γιου της τα μηχανήματα
άρχισαν να δραστηριοποιούνται γεμίζοντας με φωτεινές ενδείξεις.
Φώναξαν αμέσως τον γιατρό μα αυτός κουνώντας απαισιόδοξα το
κεφάλι κάλεσε τον  τεχνικό του νοσοκομείου να ελέγξει τα 
μηχανήματα. Τόση ήταν η σιγουριά του πως το παιδί δεν υπήρχε 
περίπτωση να επανέλθει. Μα όταν ο έλεγχος ολοκληρώθηκε και τα 
μηχανήματα επέμεναν στις ίδιες, ιατρικά ακατανόητες, ενδείξεις, ο 
μικρός ταλαντεύτηκε και  άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ένα θαύμα
το δίχως άλλο!

Την ημέρα εκείνη ο Δημήτρης ήταν πολύ καλύτερα, δεν θυμόταν
βέβαια τι είχε συμβεί στο ατύχημα, μα αναγνώριζε  πρόσωπα και
είπε μάλιστα και τα ονόματα τους. Όλη η οικογένεια  ετοιμάστηκε
να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Κανένας τους μέχρι εκείνη τη
στιγμή δεν πίστευε στα θαύματα. Ούτε καν το ίδιο το αγόρι, που
από κανενός το μυαλό δεν το έβγαζες, ότι σε εκείνο οφειλόταν
το απερίγραπτο θαύμα που είχε συμβεί!

Αυτή η φωνή, ακόμα ακούγεται στο μυαλό του. Ο Θεός άραγε;
Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Ίσως αυτό το αγόρι να τον βρήκε…


Whitelighter

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Θανάτου πλεύρισμα...

























Το ακουστικό της έπεσε ασυναίσθητα από
τα χέρια, καθώς άκουσε τoν τσιριχτό ήχο 
της πόρτας του σπιτιού που άνοιγε.
H χαρούμενη φωνή του γιού της γέμισε
άξαφνα το δωμάτιο τραγουδώντας άτεχνα,
μα πολύ ζωηρά, κάποιο αγαπημένο του σκοπό. 
Σήκωσε όπως, όπως τη συσκευή που ταλαντευόταν,
σα χαλασμένο εκκρεμές, και προσπάθησε να στρέψει
το πιο ανάλαφρό της χαμόγελο προς το αγόρι, ενώ
η τρεμάμενη φωνή από την απέναντι γραμμή
συνέχιζε να της εξιστορεί τα μαντάτα.

Το παιδί κοίταξε με έκπληξη τη μητέρα του, έχοντας
ακόμη περασμένη στον ώμο την παρδαλή σχολική
του τσάντα. Το κακοζωγραφισμένο μειδίαμα στα
χείλη της δεν το είχε πείσει διόλου και μια ασυναίσθητη
φωνή μέσα του κραύγαζε πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί.
Με μάτια γεμάτα δάκρυα, έκλεισε το τηλέφωνο και σε
μια στιγμή που της φάνηκε αιώνας ολάκερος, γύρισε
και αντίκρισε το ηλιοκαμένο σγουρομάλλικο αγόρι της,
ψελλίζοντας: “Ο Δημήτρης…”

Πως στην ευχή θα μπορούσε άραγε να πει στον
ενδεκάχρονο γιό της ότι ο καλύτερος του φίλος,
το παιδί που κάθε μέρα παίζανε ανέμελα στις αλάνες,  
βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στην εντατική του
νοσοκομείου; Νωρίτερα, κάποιος ασυνείδητος οδηγός το
είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητό του εκσφενδονίζοντας το
κορμάκι του μέτρα μακριά, για να πέσει με το κεφάλι,
σφαδάζοντας, στην άσφαλτο. Πού θα έβρισκε τη δύναμη να
του πει πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ; “Ο Δημήτρης
παιδί μου. Χτύπησε άσχημα είναι στο νοσοκομείο…”

Τα ματάκια του σκοτείνιασαν και ένας χείμαρρος
από δάκρυα το πλημμύρισαν, ενώ αναφιλητά και
λυγμοί έβγαιναν από τα σωθικά του. “Μαμά;”...
“Πώς;”...Θα γίνει καλά έτσι;” Μέσα του όμως βαθιά
ήξερε πως ο φίλος του θα χανόταν για πάντα. Βγήκε
έξω από το σπίτι τρέχοντας. Μάταια η μητέρα του
τον φώναζε να γυρίσει πίσω.

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε μόλις ακούσει. 

Περιέργως, βέβαια, ο Δημήτρης δεν είχε εμφανισθεί στο 
σχολείο εκείνο το πρωινό και δεν θυμόταν να του είχε 
αναφέρει ότι θα απουσίαζε, μα γιατί να πάει ο νους του 
στο κακό; Όχι δεν ήταν δυνατόν να χαθεί το παιδί αυτό. 
Ο φίλος του που τα Σαββατόβραδα χάζευαν αγκαλιά με 
αχνιστά ποπ-κορν ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου. 
“Πρόσεχε, μας κυνηγάει η μούμια” του είχε πει ξαφνικά 
μια τέτοια βραδιά και είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Χωρίς να σκεφτεί καν που πήγαινε κατευθύνθηκε
προς το μονοπάτι του -Χο-Τσιν Μινχ- , έτσι είχαν
ονομάσει με τον Δημήτρη ένα δρομάκι που
περνούσε δίπλα από το σχολειό τους και οδηγούσε
σε ένα μικρό ξέφωτο όπου εκεί σε ένα μεγάλο πεύκο
είχαν φτιάξει το παρατηρητήριό τους. -Παρατηρητήριο
Βιετκόνγκ- όπως το είχαν βαφτίσει πριν μια εβδομάδα
με περισσή περηφάνεια.

Δεν ήταν βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μια πρόχειρη 
ξύλινη πλατφόρμα στηριγμένη στα κλαδιά του γέρικου
δέντρου και ενισχυμένη με μεγάλες σκουριασμένες
πρόκες που είχαν βρει σε μια οικοδομή λίγα τετράγωνα
πέρα απο το ξέφωτο. Μα για δύο ενδεκάχρονα  παιδιά 
φάνταζε τεχνούργημα άξιο μεγάλης τελετής.

Με το χαμόγελο του Δημήτρη βαθιά χαραγμένο
στο πρόσωπο του και πλημμυρισμένος με δάκρυα,
σκαρφάλωσε στο δέντρο και κάθισε οκλαδόν στα
ξύλινα σανίδια. Κρατούσε στο χέρι του ένα εμπριμέ
τσαλακωμένο περιτύλιγμα από τσιχλόφουσκα, με
γεύση λεμόνι, που είχε βρει στο δρομάκι καθώς
ερχόταν. Ήταν η αγαπημένη του Δημήτρη και
έβαζε στοίχημα πως αυτός το είχε πετάξει λίγες
μέρες πριν, μπορεί και εχθές, που είχαν έρθει 
και κατέστρωναν -σχέδια μάχης- με τις ώρες 
καθισμένοι στη άκρη της πλατφόρμας, κουνώντας 
ανέμελα τα πόδια τους.

Ο Δημήτρης δεν πετούσε ποτέ χαρτάκια στο δρόμο,
πάντα φρόντιζε να μη ρυπαίνει το περιβάλλον και το
πιθανότερο ήταν να έχωνε το περιτύλιγμα στην τσέπη
του αφού έβαζε την τσίχλα του στο στόμα. Μα αυτή τη
φορά κάτι τον είχε ωθήσει να το πετάξει. “Ίσως για να
το βρω εγώ τώρα” σκέφτηκε και ανασκίρτησε. Σαν
να ήξερε τι θα συνέβαινε, σα να είχε διαισθανθεί πως
ο φίλος του θα ερχόταν μόνος του την άλλη μέρα στο
παρατηρητήριο και θα την έβρισκε.

“Μην είσαι ανόητος”, είπε στον εαυτό του, “Δεν
είναι  δυνατόν να το ήξερε”. Μα τί θα μπορούσε
πράγματι να φανεί λογικό και τι παράλογο στο
μυαλό του; Πέρα μακριά, ακούγονταν οι φωνές
των παιδιών που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους
στις αλάνες. Εύθυμες φωνές, γέλια και ανάσες
λαχανιασμένες  όπως έκαναν πάντα και αυτός με
το Δημήτρη.

Ακόμη σκεφτόταν εκείνο το χαμόγελο του, την ώρα
 
που έκανε τα -επίσημα εγκαίνια- του Παρατηρητηρίου
Βιετκόνγκ, όταν άξαφνα άκουσε μέσα του μια φωνή.
Δεν ήταν η σκέψη του, όσο τρελό και αν ακούγεται,
δεν ήταν - το ήξερε καλά!. 

“Να έχεις πίστη”. Να έχω πίστησε τι; αναρωτήθηκε στο 
μυαλό του. “Πρόσεχε μας κυνηγά η μούμια!” είπε η φωνή. 
Το παιδί σάστισε προς στιγμή. Έτριψε τα κατακόκκινα 
μάτια του προσπαθώντας να συνέλθει. Μα δεν μπορούσε 
να βγάλει από το μυαλό του τη φωνή, που δεν ήταν 
δικιά του, δεν ήταν!

“Πως να το κάνω αυτό; Πες μου σε παρακαλώ” μονολόγησε.
 Καμμία απάντηση από τη φωνή. “Πες μου σε παρακαλώ,
 μη με εγκαταλείπεις τώρα”. Πάλι καμμία απάντηση.
“Να προσευχηθώ μήπως;” και πάνω που είχε αρχίσει
να απογοητεύεται η φωνή απάντησε. ”Προσεύχεσαι ήδη…”

(Συνεχίζεται...) 


Whitelighter

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Ευτυχία




























Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου,
για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια,
δύο χέρια…

Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν,
θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν,
θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν,
θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου
κλείσουν τα μάτια.

Τα πολλά χέρια, απλά, είναι χάσιμο χρόνου.
Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις…” 


Θανάσης Βέγγος.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Κάθαρση


























Γνωρίζω ότι έχασες για λίγο καιρό τα ίχνη μου
και για αυτό σου ζητώ ταπεινά συγγνώμη.
Εργαζόμουν, όμως, πυρετωδώς και το πρόγραμμα
μου ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Όχι ότι σε ενδιαφέρει
βέβαια, αλλά εγώ οφείλω να σου εξομολογηθώ τα
πάντα, όπως έκανα άλλωστε, με απίστευτη ειλικρίνεια,
όλα αυτά τα χρόνια που αναλώθηκα μαζί σου.

Όσα θα σου διηγηθώ, δεν σου κρύβω πως με κάνουν
και κοκκινίζω. Ξέρω, βέβαια, ότι πάντοτε σου άρεσαν οι
πικάντικες ιστορίες, με έντονη αγωνία και χειροκρότημα
της αποσβολωμένης γαλαρίας στο φινάλε. Οπότε είμαι
σίγουρη ότι θα εκτιμήσεις ιδιαίτερα τα όσα θα σου
αφηγηθώ. Κάθισε λοιπόν όσο πιο αναπαυτικά μπορείς,
χαλάρωσε, άνοιξε ένα μπουκάλι καλό κρασί όπως η
περίσταση προστάζει  και σαν είσαι έτοιμος, πες μου
να ξεκινήσω μια περιπέτεια, αν μη τι άλλο, αντάξια σου.

Την πρώτη φορά που τον είδα, που λες, πολλές δεκαετίες
πριν από τη σημερινή, έμεινα άναυδη με την ομοιότητα που
είχε μαζί σου. Πλούσια πυρόξανθα μαλλιά, έντονα μπλε
μάτια και βλέμμα που με αιχμαλώτισε μονομιάς. Ακόμα
και το στήσιμο του κορμιού του και ο τρόπος που βάδιζε
ήταν ολόιδιος με τον δικό σου. Το αποκορύφωμα  δε,
είναι πως είχε και το ίδιο ακριβώς σημάδι στη βουβωνική
χώρα όπως και εσύ. Σωσίας σου σωστός το δίχως άλλο.

Όπως καταλαβαίνεις δεν μπορούσα, όπως θα έλεγε
εμφατικά και η τρανή αφεντιά σου, να σπαταλήσω μια
τόσο εξαιρετική ευκαιρία. Τον πλησίασα, λοιπόν, και
χρησιμοποιώντας όσα δόλια μέσα παραδειγματικά μου
δίδαξες εσύ, κατάφερα να τον τυλίξω στον ιστό μου. 
Έλα πες την αλήθεια, πρέπει να  είσαι πολύ περήφανος
για μένα και τα καλύτερα έρχονται στη συνέχεια, μη φύγεις.

Φυσικά δεν είχα σκοπό να δεσμευθώ μαζί του, τι κι αν με
ερωτευόταν, όχι ποτέ σου δεν θα συγχωρούσες μια τόσο
ανεπίδεκτη  μαθήτρια. Την ώρα λοιπόν που έμπηγα τα
νύχια μου στην πλάτη του, έψαχνα να βρω τρόπο να
ξεγλιστρήσω. 

Μισό λεπτό να στρίψω ένα τσιγάρο και συνεχίζω. 

Όντας λοιπόν, σε έντονη περισυλλογή, σκεπτόμενη 
με τι είδους μαεστρία  θα αντιμετώπιζες μια τόσο 
περίπλοκη εξίσωση, για εξαιρετικά δυνατούς λύτες, 
εσύ ο μέγας διδάξας, άκουσα ήχο από κλειδιά που
πάλευαν να βρουν το δρόμο τους προς την κλειδαριά.
Κάποιος εισερχόταν στην ερωτική μας φωλίτσα.

Δεν φαντάζεσαι την έκπληξη του σαν εισήλθε στο δωμάτιο
η αρραβωνιαστικιά του και μας ανακάλυψε έντρομη σε
στάση που η ανατροφή μου δεν μου επιτρέπει να σου
περιγράψω.  Ήταν πολύ ερεθιστική, όμως, δεν στο κρύβω.
Δίχως να χάσω στιγμή την ψυχραιμία μου, σηκώθηκα
αγέρωχα και πριν προλάβουν καν να συνέλθουν από
 το κακό που τους βρήκε, ντύθηκα και βγήκα από τον
“τόπο του εγκλήματος” φορώντας, φαρδιά πλατιά,
στο πρόσωπο μου το σαρδόνιο χαμόγελο της
απόλυτης επιτυχίας.

Βλέπεις, αγάπη μου μεγάλη, ο άνδρας αυτός που σου
έμοιαζε τόσο,  δεν ήταν άλλος από τον πατέρα σου. Η δε,
χωρίς να το ξέρει, ευτυχής γυναίκα που γυρνούσε αμέριμνη
από την εργασία της, θα έκανε το τραγικό σφάλμα να σε
φέρει στον κόσμο τούτο σε μερικούς μήνες, αφού εκείνο το
βράδυ στο ίδιο κρεβάτι  που λικνιζόμουν μαζί του θα
ελάμβανε χώρα η επική σύλληψη σου!

Καθώς, σαν σε σουρεαλιστική ταινία τρόμου, η άλλοτε
ακαταμάχητη θωριά σου αρχίζει αργά και βασανιστικά
να ξεθωριάζει, αντιλαμβάνεσαι με φρίκη πως αυτό που
βιώνεις δεν είναι ο Θάνατος.
Μεταξύ μας, αυτό θα ήταν μια κοινότυπη, καθόλου
έξυπνη και  ελάχιστα οδυνηρή εκδίκηση της γυναίκας
που θόλωσε βιώνοντας σε κάθε της κύτταρο την απόλυτη
προδοσία.

Απλούστατα δεν γεννήθηκες ποτέ.

Θα έπρεπε να με είχες γνωρίσει καλύτερα…

Whitelighter

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Εκδίκηση

Πρώτα από όλα θέλω να ξέρεις ότι είμαι ιδιαίτερα
χαρούμενη για σένα και πως εύχομαι τα καλύτερα
και για τους δυό σας. Εξηγούμαι για να μην με
παρεξηγήσει το εύστροφο μυαλουδάκι σου.
Σας είδα πιασμένους χεράκι χεράκι τις προάλλες
και συνειδητοποίησα ότι είστε κομμένοι και
ραμμένοι ο ένας για τον άλλο. Αλήθεια!

Εκείνη, μια σαφώς πιο βελτιωμένη έκδοση μου,
καθόλου διεστραμμένη, με εύγλωττη λαλιά,
ασφαλώς ο τύπος της γυναίκας που μπορεί
να σε συνοδέψει άφοβα στην όπερα, σε
φαντασμαγορικές δεξιώσεις και σε όλα εκείνα
τα ανώτερου επιπέδου δρώμενα που αυτάρεσκα
συγχρωτίζεσαι. Επίσης ρηγνύω τα ιμάτια μου
ότι θα γίνει και μια φανταστική μητέρα σαν
αποφασίσεις να εμπλουτίσεις τούτο τον τόπο
με τους απογόνους σου.

Εσύ δε, δείχνεις να βρίσκεσαι σε εξαιρετική
κατάσταση και το βιοτικό σου επίπεδο πρέπει
να κυμαίνεται σε υψηλότατα επίπεδα. Σε
αντίθεση με εσένα, οφείλω να σου ομολογήσω,
εγώ δεν αισθάνομαι και τόσο θεσπέσια.

Νόμιζες πως με ξεφορτώθηκες κύριε Διπρόσωπε
και δεν φαντάζεσαι πόσο σιχαίνομαι να σε
παρενοχλώ την ώρα του δείπνου. Δέχτηκα μια
πολύ περιποιημένη σφαλιάρα όταν έτσι γρήγορα
και απλά με αντικατέστησες και δεν σου κρύβω
πως αναρωτιέμαι ποιά φαντασιώνεσαι κάθε που
της δείχνεις τα ταλέντα σου.

Βλέπεις η αγάπη που έδωσες, ο έρωτας που
βιώσαμε δεν ήταν αρκετός ώστε να σε εξωθήσει
στην ειλικρίνεια και κάθε φορά που φωνάζεις το
όνομα της άραγε γνωρίζει πως μου είχες
εξομολογηθεί ότι θα με κρατάς αγκαλιά μέχρι
να πεθάνεις, μα ως εκ θαύματος εσύ είσαι
ακόμα ζωντανός;

Το ανέκδοτο όμως με το οποίο πλάγιαζες και
το οποίο φυσικά ήμουν εγώ δεν πρόκειται να
σμπαραλιαστεί άλλο για την αφεντιά σου και
κάθε φορά που μπήγω τα νύχια μου σε κάποιου
την πλάτη θα το νοιώθεις. Ξέρω πως το νοιώθεις!

Να σου ‘μαι λοιπόν ξανά εδώ να σου θυμίσω την
καταστροφή που προκάλεσες όταν με εγκατέλειψες.
Ήταν εντελώς κουτό από μέρους σου να μου φορτώσεις
έτσι απλά το σταυρό του μαρτυρίου και να πιστεύεις
πως θα ξεγλιστρήσεις χωρίς να πληρώσεις το τίμημα.
Θα έπρεπε να με γνωρίζεις καλύτερα…

(Συνεχίζεται...)

Whitelighter

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Ματαιοδοξία

























Ακολούθησε τις ρωγμές του καθρέπτη στο
γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της. “Πόσο ακόμα
θα με μαλώνεις γέρο-χρόνε!” αναφώνησε.
“Όλοι μας κάποτε θα φύγουμε απο τούτο
τον τόπο, μα πόσοι άραγε ζούμε πραγματικά;”
Δεν είχε απάντηση.

'Όχι ότι την είχε αναζητήσει και ποτέ της,
δηλαδή. Καλόπιανε πάντα το είδωλο της
με κασμίρια και κάθε λογής κοσμήματα,
με πούδρες και πανάκριβα αρώματα.
Μια καλοχτενισμένη φενάκη, περίτεχνα
αμπαλαρισμένη για να μοιάζει με ζωή.

Στο πλάι του όλα αυτά τα χρόνια βρήκε
τον πλούτο και την δύναμη που ονειρευόταν
απο παιδί, μα αγνοούσε επιδεικτικά πως η
ζωή δεν είναι μέλι δίχως φαρμάκι.

Θαμπωμένη απο τη λάμψη σμαραγδένιων
παλατιών και υπέρλαμπρων δεξιώσεων που
την έβρισκαν στολισμένη σαν παγώνι να
χαμογελάει πλαστικά, δεν έλαβε υπόψη της
πως ζει σε έναν κόσμο που το κάθε τι έχει
μια τιμή, που κάθε άνθρωπος είναι αναλώσιμος
και οι αυτοκρατορίες έχουν απαρχή, απόγειο
και στο τέλος μαραζώνουν στην παρακμή τους.

Το όνειρο που ζούσε κυλούσε αντιστρόφως
ανάλογα με την ηλικία της. Όσο αυτή μεγάλωνε,
τόσο αυτό μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Μα δεν
έδινε σημασία, όχι! Γελούσε με νόημα στον χρόνο
και φορούσε όλο και περισσότερα διαμαντικά.
Αγόραζε όλο και πιο ακριβά ρούχα.

Εκείνος πάντα την φρόντιζε. Με φάρμακο
ένα γεμάτο πορτοφόλι, κάθε που την έβλεπε
να πέφτει ψυχολογικά και αερίζοντας ενίοτε
το χρυσό κλουβί της όλα κυλούσαν υπέροχα.
Ποτέ της βέβαια δεν παραδέχτηκε πως ζούσε
κλειδωμένη. Πάντα ήταν περήφανη.
Πάντα γελαστή και γελασμένη.

Ώσπου εμφανίστηκε εκείνη στη ζωή του.
Το καινούργιο του γυαλιστερό απόκτημα.
Μια βελτιωμένη έκδοση, γεμάτη νιάτα,
δέρμα σαν απο έβενο και χαμόγελο όλο
σαγήνη. Έτσι δεν ήταν και εκείνη κάποτε;
Πέταξε προς στιγμή τα λούσα της, κοίταξε το
κορμί της και άξαφνα ανακάλυψε πώς ήταν
ολότελα γυμνή, ένα σάπιο σώμα με δίχως ψυχή.

Σύντομα την αντικατέστησε έχοντας φροντίσει
να της αφαιρέσει τα καλύτερα της χρόνια. Είχε
φθάσει βλέπετε η ημερομηνία που "καλό είναι
να έχουμε καταναλώσει το προϊόν" όπως
αναγράφεται και στα γνωστά μας τενεκεδάκια
αναψυκτικών.

Μπροστά στο ραγισμένο της καθρέπτη ψάχνει να
βρει απαντήσεις για μια ζωή που χάθηκε
ποτισμένη απο το πιο ισχυρό δηλητήριο.
Τη ματαιοδοξία της!

Whitelighter

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

The descent

























On a quick descent into breaking blackness
I edge deathfully on the brink of insanity.
This heaven is no more of a mere shadow
laughing at me with cruel vanity.

And these tear-stained eyes
are no strangers to my tormented soul.
Along with the crimson of this slick-soaked heart
when this shattered essence consumes its true identity.

Through dazzling pain my body shivers
fighting underneath the cold fire of this blood-bathed hell.
My own echo is the only noise rushing beyond fading colors
no one precious to catch me once I fall.

No demonic plea worth saving me
there is no point in trying.
Never was there a mage to relinquish a releasing spell
I was left unequaled infected with life.


Whitelighter

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Road to Nowhere

Έρχονται στιγμές στη ζωή μας που παρομοιάζουμε
τα όσα βιώνουμε σαν σκηνές από μια διαδρομή.
Τι διαδρομή θα μπορούσε άραγε να είναι η δική σου;

Θαρρώ, θα μου έλεγες ,πως κάποιες φορές είναι ταξίδι
αναψυχής και άλλοτε υποχρεωτική πορεία. Μερικές
φορές ξεκάθαρη και κατανοητή και άλλες πάλι με ίχνη
μυστηρίου και αγωνίας που προκαλούνται από όσα
στροβιλίζονται στο μυαλό σου. Όταν αντιμετωπίζεις
καταστάσεις που αδυνατείς να εξηγήσεις. Τις στιγμές
εκείνες που όσα σου παρουσιάζονται μπορεί να έχουν
πάμπολλες και διαφορετικές ερμηνείες.

Ωστόσο η δική μου είναι ένα και μοναδικό είδος,
ένα Road Trip. Μια μοναχική πορεία σε ένα αχανή
δρόμο κάπου ανάμεσα στο πουθενά και στο αντίο,
με τοπία ερημικά και μόνο οδηγό τον άνεμο που
παρασέρνει κάθε λογής μυρωδιές, άφταστες από
την ανθρώπινη πραγματικότητα.

Καβάλα στην κουρδιστή μοτοσυκλέτα μου, διασχίζω
γκρίζες εγκαταλελειμμένες πόλεις με παράξενες
ονομασίες, σηματοδοτημένες με πινακίδες καμωμένες
από σκουριασμένα σίδερα και φαγωμένα ξύλα.

Άγονες εκτάσεις γεμάτες απομεινάρια από παλιές
καλλιέργειες να δίνουν θαρρείς ένα σουρεαλιστικό
τόνο στην πλάση που κοιμάται ατάραχη, σαν από
χρόνια, ακουμπισμένη στη αγκάλη του απέραντου
ουρανού. Ταξιδιάρικα σύννεφα να σπάνε που και που
τη μονοτονία του σκηνικού ακολουθώντας πάντα
αντίθετες κατευθύνσεις ωσότου να χαθούν στα βάθη
του ορίζοντα.

Βραχώδεις λοφίσκοι και απέραντα βουνά βρίσκονται
σε ίση απόσταση από το δρόμο, βαλμένα λες από
κάποιο άγνωστο χέρι ως άγρυπνοι, αέναοι φύλακες
της απόλυτης σιγαλιάς.

Ξάφνου ένα μοναχικό αγρίμι που τρομάζει από το
αλλόκοτο μουγκρητό του κινητήρα, ένα ερημοπούλι
που βουτά ικανοποιώντας την περιέργεια του, δίνουν
ζωή στην κοιλάδα. Μια ξεχασμένη συστάδα από
θαμνόφυτα ή ένα γέρικο δέντρο με προσπερνούν
αντίθετα και καμώνομαι να τα θαυμάζω για την
δύναμη που κρύβει η μοναξιά τους.

Η αυγή διαδέχεται το σούρουπο χρωματίζοντας την
πλάση με ζωηρό μενεξελί , το αγέρι σφυρίζει στα αυτιά
μου ξεχασμένες μελωδίες. Μια δυνατή νεροποντή πέρα
μακριά που ποτίζει τις διψασμένες πεδιάδες με
πλησιάζει μα δεν βρέχει στο δρόμο πια, παρά μόνο
στη φύση.

Από μουσική επένδυση; Εδώ θαρρώ έχω περισσότερες
επιλογές. Αν η ημέρα είναι μουντή και συννεφιασμένη θα
ντύνεται με τους ήχους των Anathema ,αν είναι βροχερή θα
ακούω HIM. Αν πάλι είναι ηλιόλουστη, Savage Garden και
μερικές φορές έντονες σκοτεινές μπαλάντες ή γοτθικό rock.

Mα πάνω από όλα η διαδρομή μου είναι μια ατέλειωτη
αναζήτηση. Ένα ταξίδι πίστης και ελπίδας, ότι ακόμα
και μέσα στην ξεφτίλα κάποιο φως μπορεί να αναδυθεί.


whitelighter

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Άχραντο Πάθος...
























Αίφνης ξεπρόβαλες εσύ!
Σε ένα σεπτό μου όνειρο στο έρεβος βαλμένο.
Άχραντη σκιά, της νύχτας πλάσμα,
στης γυμνής μου σάρκας το κατώφλι βρέθηκες!
και βάλθηκες να παραβιάζεις προκλητικά
τα αυθάδικα οχυρά της άρνησης μου
καθώς αυτά παραδίνονταν
αδέξια στα φλογισμένα σου “θέλω”

Αίφνης ξεπρόβαλες ξανά!
Δαίμονας δραπέτης μιας πυρωμένης κόλασης.
Κομήτης αδάμαστος σε ξαναμμένη χορογραφία,
ξεσήκωσες λάβα απο τις στάχτες της ηδονής μου.
Θωπεύοντας με σε τόπους απόκρυφους,
τέμνοντας το μυαλό μου με σφρίγος αρχέγονο.
Κομμάτι με έκανες αναπόσπαστο της δικής σου
απονενοημένης μύησης

Χαμένη σε αδημονούντα πόθο σχεδόν ικέτευσα
για τη βίαια παθιασμένη διείσδυση σου στο
άβατο φαράγγι της θάλασσας μου.
Χρόνο δεν έχασες και με κείνες τις αδηφάγες
κινήσεις σου εξώθησες με θράσος τα κύματα μου
να ξεχυθούν πλημμυρίζοντας με την αλμύρα
τους τα λινά σκεπάσματα.

Whitelighter

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Love is like Magic...























Love is like magic
and it always will be.
For love still remains
life's sweet mystery.

Love works in ways
that are wonderous and strange
and there's nothing in life
that love cannot change.

Love can transform
the uggliest face
into beauty and splendor
into sweetness and grace.

Love is unselfish,
understanding and kind,
for it sees with its heart
and not with its mind.

Love is the answer
that everyone seeks
Love is the language,
that every heart speaks.

Love can't be bought,
it is priceless and free.
Love, like pure magic,
is life's sweet mystery…

Whitelighter

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Δαφνοστολισμένη Αυταπάτη.

Σε μια εβδομάδα θα ξεδιαλύνουν όλα.
Η παράσταση θα ολοκληρωθεί με το
θερμό χειροκρότημα της γαλαρίας.
Θύτης και θύμα θα πιαστούν χέρι - χέρι
και θα υποκλιθούν στο κοινό, ενώ
τα φώτα της ράμπας θα σβήνουν.

Η πλοκή που δημιούργησες άψογη,
μάτια υγρά, βλέμματα καθηλωμένα
παρακολουθούν με αγωνία το ψέμα
σου να παίρνει σάρκα και οστά
καθώς κομματιάζεις το ήδη ραγισμένο
είδωλο του με περισσή περηφάνια.

Το δημιούργημα σου όμως φτάνει στο
τέλος του. Ο πρωταγωνιστής σου σε
εγκαταλείπει, απελευθερώνεται.
Τα κείμενα σου δεν έχουν πια ζωή.
Είναι άψυχα κολλυβογράμματα σε
μια νεκρή κόλλα χαρτί. Το κοινό σου
απομακρύνεται, το παραμύθι που τόσο
καιρό τους παρουσίαζες είναι πλέον
ξεκάθαρο μπροστά τους.

Ξύπνα επιτέλους, ξεκόλλα από τον

καθρέφτη σου. Κοίταξε τριγύρω σου,
τα πάντα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο κόσμος αλλάζει, δεν περιστρέφεται
γύρω από εσένα, είσαι απλά ένα γρανάζι
του. Άνοιξε τα μάτια σου πέτα το
πορσελάνινο προσωπείο του Νάρκισσου
απ’τη σάρκα σου.

Δεν έχεις πια περιθώριο λάθους, μην

κάθεσαι με χέρια σταυρωμένα, τρέξε
πίσω του. Ίσως σε συγχωρήσει αν δει
έστω μια ρανίδα απο την αλήθεια σου,
μα θα πρέπει να πασχίσεις πολύ, κάντο
για μια φορά στη ζωή σου!!

Τα φώτα έσβησαν, η αίθουσα άδειασε,
η μοναξιά σε αγκαλιάζει και απόψε.

Βλέπεις ξεκάθαρα τώρα, πως τα λούσα
σου γυαλίζουν μόνο κάτω από τους
προβολείς της φαντασμένης σου ύπαρξης.
Μορφίνη στο καρκίνωμα που σε τυλίγει
είναι και τίποτε περισσότερο. Είσαι ένα
χάρτινο τσίρκο χωρίς την παρουσία του,
μια δαφνόστολισμένη αυταπάτη.

Παίρνεις χαρτί και πένα αραδιάζοντας

σκόρπιες σκέψεις, χωρίς οίστρο, χωρίς
φαντασία. Άξαφνα τα μαύρα σκοτεινά
σου μάτια φωτίζουν. Ένα ισχνό χαμόγελο
ξεπροβάλλει από τα στεγνά σου χείλη.
Η νύχτα σε βρίσκει να γράφεις ακόμη μια
παράσταση για ένα ρόλο. Μόνο που αυτή
τη φορά φρόντισε το θύμα να είσαι εσύ…



Whitelighter