Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Ματαιοδοξία

























Ακολούθησε τις ρωγμές του καθρέπτη στο
γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της. “Πόσο ακόμα
θα με μαλώνεις γέρο-χρόνε!” αναφώνησε.
“Όλοι μας κάποτε θα φύγουμε απο τούτο
τον τόπο, μα πόσοι άραγε ζούμε πραγματικά;”
Δεν είχε απάντηση.

'Όχι ότι την είχε αναζητήσει και ποτέ της,
δηλαδή. Καλόπιανε πάντα το είδωλο της
με κασμίρια και κάθε λογής κοσμήματα,
με πούδρες και πανάκριβα αρώματα.
Μια καλοχτενισμένη φενάκη, περίτεχνα
αμπαλαρισμένη για να μοιάζει με ζωή.

Στο πλάι του όλα αυτά τα χρόνια βρήκε
τον πλούτο και την δύναμη που ονειρευόταν
απο παιδί, μα αγνοούσε επιδεικτικά πως η
ζωή δεν είναι μέλι δίχως φαρμάκι.

Θαμπωμένη απο τη λάμψη σμαραγδένιων
παλατιών και υπέρλαμπρων δεξιώσεων που
την έβρισκαν στολισμένη σαν παγώνι να
χαμογελάει πλαστικά, δεν έλαβε υπόψη της
πως ζει σε έναν κόσμο που το κάθε τι έχει
μια τιμή, που κάθε άνθρωπος είναι αναλώσιμος
και οι αυτοκρατορίες έχουν απαρχή, απόγειο
και στο τέλος μαραζώνουν στην παρακμή τους.

Το όνειρο που ζούσε κυλούσε αντιστρόφως
ανάλογα με την ηλικία της. Όσο αυτή μεγάλωνε,
τόσο αυτό μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Μα δεν
έδινε σημασία, όχι! Γελούσε με νόημα στον χρόνο
και φορούσε όλο και περισσότερα διαμαντικά.
Αγόραζε όλο και πιο ακριβά ρούχα.

Εκείνος πάντα την φρόντιζε. Με φάρμακο
ένα γεμάτο πορτοφόλι, κάθε που την έβλεπε
να πέφτει ψυχολογικά και αερίζοντας ενίοτε
το χρυσό κλουβί της όλα κυλούσαν υπέροχα.
Ποτέ της βέβαια δεν παραδέχτηκε πως ζούσε
κλειδωμένη. Πάντα ήταν περήφανη.
Πάντα γελαστή και γελασμένη.

Ώσπου εμφανίστηκε εκείνη στη ζωή του.
Το καινούργιο του γυαλιστερό απόκτημα.
Μια βελτιωμένη έκδοση, γεμάτη νιάτα,
δέρμα σαν απο έβενο και χαμόγελο όλο
σαγήνη. Έτσι δεν ήταν και εκείνη κάποτε;
Πέταξε προς στιγμή τα λούσα της, κοίταξε το
κορμί της και άξαφνα ανακάλυψε πώς ήταν
ολότελα γυμνή, ένα σάπιο σώμα με δίχως ψυχή.

Σύντομα την αντικατέστησε έχοντας φροντίσει
να της αφαιρέσει τα καλύτερα της χρόνια. Είχε
φθάσει βλέπετε η ημερομηνία που "καλό είναι
να έχουμε καταναλώσει το προϊόν" όπως
αναγράφεται και στα γνωστά μας τενεκεδάκια
αναψυκτικών.

Μπροστά στο ραγισμένο της καθρέπτη ψάχνει να
βρει απαντήσεις για μια ζωή που χάθηκε
ποτισμένη απο το πιο ισχυρό δηλητήριο.
Τη ματαιοδοξία της!

Whitelighter

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

The descent

























On a quick descent into breaking blackness
I edge deathfully on the brink of insanity.
This heaven is no more of a mere shadow
laughing at me with cruel vanity.

And these tear-stained eyes
are no strangers to my tormented soul.
Along with the crimson of this slick-soaked heart
when this shattered essence consumes its true identity.

Through dazzling pain my body shivers
fighting underneath the cold fire of this blood-bathed hell.
My own echo is the only noise rushing beyond fading colors
no one precious to catch me once I fall.

No demonic plea worth saving me
there is no point in trying.
Never was there a mage to relinquish a releasing spell
I was left unequaled infected with life.


Whitelighter