Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Cast Away





















Ripped into pieces, shred into oblivion,
for a warrior is nothing but a frightened lad,
unless he walks alone the frightful living.
 
Dreams will crumble, breathing shall fade,
but, how ironic, survival is still your aim.
 
Cast away in the howling plains,
bathed in destruction, just for believing.
Believing that the strife for life can be reversed
and the lie that lies before you, will be finally saved.

Whitelighter

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Επιτάφιος...


















Το  ιερό χώμα, που με αίμα μπόλιασαν οι ΈΛληνες, 
κατακρημνίζεται στις ρωγμές του. Πάνω στη ρημαγμένη γη 
που με κόπο και ιδρώτα χτίσαμε τον πιο λαμπρό από τους 
πολιτισμούς της ανθρωπότητας, τα όργανα της στυγερής 
τελετουργίας χαριεντίζονται αυτάρεσκα, υπό το φως ενός 
αρρωστημένου ήλιου.

 Όταν κάθε ΈΛληνας κομματιάζεται βιώνοντας ξανά και 
ξανά τραγελαφικούς εφιάλτες ανόητων σκηνοθετών, 
κανένας, από τους τα δώρα φέροντες,  δεν πρόκειται να 
του εναποθέσει δάφνινο στεφάνι και η δήθεν χαρμόσυνη 
σιωπή ενός ανύπαρκτου σχεδίου σωτηρίας θα καλύψει 
για μία ακόμη φορά τις κραυγές του. 

Ανάμεσα στο σιδηρούν παραπέτασμα που με σμίλη 
κανακεύει η μοίρα, καταπιάνονται οι θεριστές των μιαρών 
καρπών και, σαν η σεμνή τελετή φθάσει στο τέλος της, 
θα ποτίσουν με δακρυγόνα και μώλωπες όσους από εμάς 
τολμήσουν να ορθώσουν εμπόδια στην αποκομιδή της 
σοδειάς του Πονηρού, που τόσο μανιασμένα εποφθαλμιούν.

Τους γνωρίζουμε και ας μην το θυμόμαστε. Τρέμουν τη 
μέρα που θα ξυπνήσουμε και για το λόγο τούτο μας 
τρατάρουν καθημερινά λωτούς και λησμονόχορτα.

Όσο επιμένουμε να ξεχνούμε τις απεριόριστες δυνάμεις μας 
ως ΈΛληνες, τόσο θα σερνόμαστε σε ραγισμένα μονοπάτια. 
Η γνώση αυτή, που μονάχα οι "μεγαλοπρεπείς" πρέπει να 
κατέχουν, είναι δικός τους σύμμαχος και συνάμα θανάσιμος, 
όσο κανείς μας δεν θυμάται. 

Η μοίρα της ετοιμοθάνατης ΕΛλάδας μας βρίσκεται διαρκώς 
στα βρώμικα χέρια ασθμαινόντων ηλιθίων. Για πόσο ακόμα 
θα τους αφήνουμε να ασελγούν πάνω της περιμένοντας στην 
υποτιθέμενη βολή μας να μας σώσουν;

Θέλουν να μας θάψουν και μετά να στήσουν γλέντι τρελό πάνω 
στο μνήμα μας! Ένας επιτάφιος σύντομα θα λάβει χώρα. 
Στο χέρι μας είναι να είναι ο δικός τους!!!




Whitelighter

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπης Θάμα...

























Ξάφνου στο αγόρι έγιναν όλα ξεκάθαρα, η φωνή
στο μυαλό του, του είχε πει τι έπρεπε να κάνει.  Έφυγε
αστραπιαία από το παρατηρητήριο και στο δρόμο πέταξε
το περιτύλιγμα σε ένα καλαθάκι, όπως θα έκανε και
ο Δημήτρης, άλλωστε. Σταμάτησε σε ένα ξύλινο τηλεφωνικό
θάλαμο που είχαν στυλώσει στο περιθώριο του Χο-Τσιν Μινχ,
μοναδική παραφωνία στον κόσμο που είχαν πλάσει για το
παιχνίδι τους. “Που ακούστηκε ζούγκλα με τηλεφωνικό 
θάλαμο;” θυμήθηκε την αντίδρασή του προς τον φίλο του 
γελώντας και έβγαλε ένα κέρμα από την εσωτερική, 
αυτοσχέδια, τσέπη  που είχε καμώσει στο σορτσάκι του. 
Έκανε στα γρήγορα ένα τηλεφώνημα και κίνησε αμέσως 
για το σπίτι.

Την ώρα που έφθασε, με τον ιδρώτα να στάζει και ανάσα
 βαριά από το τρέξιμο, το αυτοκίνητο του πατέρα του ήταν
ήδη εκεί. “Ευτυχώς γύρισε νωρίτερα. Ίσως και να προλάβω”
μονολόγησε. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς το
ευρύχωρο σαλόνι στα αριστερά του, απ’ όπου άκουγε
αγωνιώδεις ομιλίες. Μόλις οι γονείς του αντίκρισαν το παιδί
έτρεξαν και το πήραν στην αγκαλιά τους. Το αγόρι ξεγλίστρησε
από τα χέρια τους και, καθώς το βλέμμα του συνάντησε
εκείνο του πατέρα του, κατάλαβε μεμιάς πως είχε ήδη μάθει
τα μαντάτα.

Δίχως να χάσει στιγμή και χωρίς να δώσει την παραμικρή
εξήγηση για το πού βρισκόταν εδώ και τόσες ώρες, ζήτησε
σοβαρά  από τον εμβρόντητο πατέρα  του να τον πάει στο
νοσοκομείο να δει τον Δημήτρη. Του είπε επίσης ότι πριν λίγο
είχε μιλήσει με την μητέρα του Δημήτρη και είχε πάρει ήδη τη
συγκατάθεσή της. Ο πατέρας του που ήταν ιδιαίτερα αυστηρός
και συνήθως απόλυτος στις απόψεις του, πείστηκε ιδιαίτερα
εύκολα τούτη τη φορά χωρίς να αραδιάσει καν τις πολλές και
εύλογες ενστάσεις που περίμενε στωικά να ακούσει.

Μα πώς θα μπορούσε να του είχε αρνηθεί;  Στα μάτια του 
γιού του, καθώς εκείνος τον κοιτούσε σταθερά και αγέρωχα, 
δέσποζε η σπίθα ενός ανθρώπου που δεν παρακαλούσε, μήτε 
ικέτευε. Το παιδί  φάνταζε, στα μάτια του πατέρα του, να είχε 
απόλυτη σύνεση των όσων ζητούσε. Βέβαια, απόρησε μέσα του, 
καθώς επιβιβαζόταν με το παιδί στο αυτοκίνητο, πώς η   
ευλογημένη η μάνα του Δημήτρη είχε επιτρέψει σε ένα μικρό 
αγόρι να μπει στην εντατική και μάλιστα να αντικρίσει έναν   
άνθρωπο ετοιμοθάνατο, μα αυτό μικρή σημασία είχε πια.

Στο δρόμο για το νοσοκομείο σκεφτόταν όσα του είχε πει
η γυναίκα του για την κατάσταση του παιδιού. Οι γιατροί, 
έπειτα από μια πολύωρη επέμβαση που διήρκησε ολάκερο 
το πρωινό, είχαν αποφανθεί ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα και 
ότι την αυγή της επόμενης ημέρας θα του αφαιρούσαν τα 
μηχανήματα υποστήριξης αφού πρώτα τον είχαν επισκεφτεί 
όλοι οι συγγενείς. Πόσο μακάβριο φάνταζε στο μυαλό του όλο 
αυτό. Σε ολόκληρη τη διαδρομή για το νοσοκομείο ο μικρός 
καθόταν ακίνητος στη θέση του συνοδηγού δίπλα του. Δεν είχε 
ρωτήσει τίποτα σχετικά με τον Δημήτρη, όπως θα περίμενε 
ο πατέρας του, μα αρκούνταν με μάτια σφαλιστά να σιγοψιθυρίζει 
λόγια παράξενα. Δεν τόλμησε να τον ρωτήσει καν τί ακριβώς έκανε.

Φθάνοντας στο νοσοκομείο και ανεβαίνοντας στον τέταρτο όροφο
που βρισκόταν η εντατική, ο πατέρας του άφησε το κορμί του να
πέσει βαριά σε μια σκουρόχρωμη καρέκλα της αίθουσας αναμονής,
παρατηρώντας το γιό του να μπαίνει στο δωμάτιο της εντατικής
και το φάντασμα που κάποτε ήταν η μητέρα του Δημήτρη να
κλείνει πίσω της την μεγάλη μεταλλική πόρτα.

Το κρεβάτι που είχαν ξαπλώσει τον Δημήτρη ήταν στριμωγμένο
ανάμεσα σε παράξενα μηχανήματα που έβγαζαν διαφορετικούς
θορύβους το καθένα. Αυτός ήταν σκεπασμένος μέχρι τη μέση με
ένα σεντόνι και τον είχαν ντύσει στα λευκά. Το κεφαλάκι του ήταν
ασφυκτικά τυλιγμένο με γάζες και το κορμάκι του γεμάτο 
πολύχρωμα σωληνάκια. Οι γονείς του, αφού αγκάλιασαν σιωπηλά 
το αγόρι, πήραν πάλι τη θέση τους στο προσκεφάλι του. Σαν ο μικρός,
σπάζοντας τη σιωπή, ζήτησε ψιθυριστά να τον αφήσουν λίγο μόνο
του με τον Δημήτρη, εκείνοι απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλήσουν.

Όταν το παιδί έφυγε από το δωμάτιο ήταν σα λευκό πανί.
Ο πατέρας του το πήρε αγκαλιά χωρίς να το ρωτήσει τι
είχε αντικρίσει στην εντατική, αν είχε μιλήσει στο Δημήτρη
και αν το ετοιμοθάνατο αγόρι του είχε αποκριθεί. Τι νόημα
θα είχε; Ήξερε πως το παιδί δεν είχε επαφή με το περιβάλλον.
Ήταν ένας ζωντανός νεκρός.

Αυτά που ακολούθησαν την επόμενη μέρα μόνο ως θαύμα
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο
και το σήκωσε η μητέρα του ακούγοντας τη σπασμένη φωνή στην
άλλη γραμμή είχε υποθέσει το αυτονόητο. Ο μικρός είχε φύγει
από τη ζωή. Μα όχι! Δεν είχε συμβεί αυτό. Το παιδί  είχε ξυπνήσει!
Λίγη ώρα μετά από την επίσκεψη του γιου της τα μηχανήματα
άρχισαν να δραστηριοποιούνται γεμίζοντας με φωτεινές ενδείξεις.
Φώναξαν αμέσως τον γιατρό μα αυτός κουνώντας απαισιόδοξα το
κεφάλι κάλεσε τον  τεχνικό του νοσοκομείου να ελέγξει τα 
μηχανήματα. Τόση ήταν η σιγουριά του πως το παιδί δεν υπήρχε 
περίπτωση να επανέλθει. Μα όταν ο έλεγχος ολοκληρώθηκε και τα 
μηχανήματα επέμεναν στις ίδιες, ιατρικά ακατανόητες, ενδείξεις, ο 
μικρός ταλαντεύτηκε και  άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ένα θαύμα
το δίχως άλλο!

Την ημέρα εκείνη ο Δημήτρης ήταν πολύ καλύτερα, δεν θυμόταν
βέβαια τι είχε συμβεί στο ατύχημα, μα αναγνώριζε  πρόσωπα και
είπε μάλιστα και τα ονόματα τους. Όλη η οικογένεια  ετοιμάστηκε
να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Κανένας τους μέχρι εκείνη τη
στιγμή δεν πίστευε στα θαύματα. Ούτε καν το ίδιο το αγόρι, που
από κανενός το μυαλό δεν το έβγαζες, ότι σε εκείνο οφειλόταν
το απερίγραπτο θαύμα που είχε συμβεί!

Αυτή η φωνή, ακόμα ακούγεται στο μυαλό του. Ο Θεός άραγε;
Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Ίσως αυτό το αγόρι να τον βρήκε…


Whitelighter

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Θανάτου πλεύρισμα...

























Το ακουστικό της έπεσε ασυναίσθητα από
τα χέρια, καθώς άκουσε τoν τσιριχτό ήχο 
της πόρτας του σπιτιού που άνοιγε.
H χαρούμενη φωνή του γιού της γέμισε
άξαφνα το δωμάτιο τραγουδώντας άτεχνα,
μα πολύ ζωηρά, κάποιο αγαπημένο του σκοπό. 
Σήκωσε όπως, όπως τη συσκευή που ταλαντευόταν,
σα χαλασμένο εκκρεμές, και προσπάθησε να στρέψει
το πιο ανάλαφρό της χαμόγελο προς το αγόρι, ενώ
η τρεμάμενη φωνή από την απέναντι γραμμή
συνέχιζε να της εξιστορεί τα μαντάτα.

Το παιδί κοίταξε με έκπληξη τη μητέρα του, έχοντας
ακόμη περασμένη στον ώμο την παρδαλή σχολική
του τσάντα. Το κακοζωγραφισμένο μειδίαμα στα
χείλη της δεν το είχε πείσει διόλου και μια ασυναίσθητη
φωνή μέσα του κραύγαζε πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί.
Με μάτια γεμάτα δάκρυα, έκλεισε το τηλέφωνο και σε
μια στιγμή που της φάνηκε αιώνας ολάκερος, γύρισε
και αντίκρισε το ηλιοκαμένο σγουρομάλλικο αγόρι της,
ψελλίζοντας: “Ο Δημήτρης…”

Πως στην ευχή θα μπορούσε άραγε να πει στον
ενδεκάχρονο γιό της ότι ο καλύτερος του φίλος,
το παιδί που κάθε μέρα παίζανε ανέμελα στις αλάνες,  
βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στην εντατική του
νοσοκομείου; Νωρίτερα, κάποιος ασυνείδητος οδηγός το
είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητό του εκσφενδονίζοντας το
κορμάκι του μέτρα μακριά, για να πέσει με το κεφάλι,
σφαδάζοντας, στην άσφαλτο. Πού θα έβρισκε τη δύναμη να
του πει πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ; “Ο Δημήτρης
παιδί μου. Χτύπησε άσχημα είναι στο νοσοκομείο…”

Τα ματάκια του σκοτείνιασαν και ένας χείμαρρος
από δάκρυα το πλημμύρισαν, ενώ αναφιλητά και
λυγμοί έβγαιναν από τα σωθικά του. “Μαμά;”...
“Πώς;”...Θα γίνει καλά έτσι;” Μέσα του όμως βαθιά
ήξερε πως ο φίλος του θα χανόταν για πάντα. Βγήκε
έξω από το σπίτι τρέχοντας. Μάταια η μητέρα του
τον φώναζε να γυρίσει πίσω.

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε μόλις ακούσει. 

Περιέργως, βέβαια, ο Δημήτρης δεν είχε εμφανισθεί στο 
σχολείο εκείνο το πρωινό και δεν θυμόταν να του είχε 
αναφέρει ότι θα απουσίαζε, μα γιατί να πάει ο νους του 
στο κακό; Όχι δεν ήταν δυνατόν να χαθεί το παιδί αυτό. 
Ο φίλος του που τα Σαββατόβραδα χάζευαν αγκαλιά με 
αχνιστά ποπ-κορν ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου. 
“Πρόσεχε, μας κυνηγάει η μούμια” του είχε πει ξαφνικά 
μια τέτοια βραδιά και είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Χωρίς να σκεφτεί καν που πήγαινε κατευθύνθηκε
προς το μονοπάτι του -Χο-Τσιν Μινχ- , έτσι είχαν
ονομάσει με τον Δημήτρη ένα δρομάκι που
περνούσε δίπλα από το σχολειό τους και οδηγούσε
σε ένα μικρό ξέφωτο όπου εκεί σε ένα μεγάλο πεύκο
είχαν φτιάξει το παρατηρητήριό τους. -Παρατηρητήριο
Βιετκόνγκ- όπως το είχαν βαφτίσει πριν μια εβδομάδα
με περισσή περηφάνεια.

Δεν ήταν βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μια πρόχειρη 
ξύλινη πλατφόρμα στηριγμένη στα κλαδιά του γέρικου
δέντρου και ενισχυμένη με μεγάλες σκουριασμένες
πρόκες που είχαν βρει σε μια οικοδομή λίγα τετράγωνα
πέρα απο το ξέφωτο. Μα για δύο ενδεκάχρονα  παιδιά 
φάνταζε τεχνούργημα άξιο μεγάλης τελετής.

Με το χαμόγελο του Δημήτρη βαθιά χαραγμένο
στο πρόσωπο του και πλημμυρισμένος με δάκρυα,
σκαρφάλωσε στο δέντρο και κάθισε οκλαδόν στα
ξύλινα σανίδια. Κρατούσε στο χέρι του ένα εμπριμέ
τσαλακωμένο περιτύλιγμα από τσιχλόφουσκα, με
γεύση λεμόνι, που είχε βρει στο δρομάκι καθώς
ερχόταν. Ήταν η αγαπημένη του Δημήτρη και
έβαζε στοίχημα πως αυτός το είχε πετάξει λίγες
μέρες πριν, μπορεί και εχθές, που είχαν έρθει 
και κατέστρωναν -σχέδια μάχης- με τις ώρες 
καθισμένοι στη άκρη της πλατφόρμας, κουνώντας 
ανέμελα τα πόδια τους.

Ο Δημήτρης δεν πετούσε ποτέ χαρτάκια στο δρόμο,
πάντα φρόντιζε να μη ρυπαίνει το περιβάλλον και το
πιθανότερο ήταν να έχωνε το περιτύλιγμα στην τσέπη
του αφού έβαζε την τσίχλα του στο στόμα. Μα αυτή τη
φορά κάτι τον είχε ωθήσει να το πετάξει. “Ίσως για να
το βρω εγώ τώρα” σκέφτηκε και ανασκίρτησε. Σαν
να ήξερε τι θα συνέβαινε, σα να είχε διαισθανθεί πως
ο φίλος του θα ερχόταν μόνος του την άλλη μέρα στο
παρατηρητήριο και θα την έβρισκε.

“Μην είσαι ανόητος”, είπε στον εαυτό του, “Δεν
είναι  δυνατόν να το ήξερε”. Μα τί θα μπορούσε
πράγματι να φανεί λογικό και τι παράλογο στο
μυαλό του; Πέρα μακριά, ακούγονταν οι φωνές
των παιδιών που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους
στις αλάνες. Εύθυμες φωνές, γέλια και ανάσες
λαχανιασμένες  όπως έκαναν πάντα και αυτός με
το Δημήτρη.

Ακόμη σκεφτόταν εκείνο το χαμόγελο του, την ώρα
 
που έκανε τα -επίσημα εγκαίνια- του Παρατηρητηρίου
Βιετκόνγκ, όταν άξαφνα άκουσε μέσα του μια φωνή.
Δεν ήταν η σκέψη του, όσο τρελό και αν ακούγεται,
δεν ήταν - το ήξερε καλά!. 

“Να έχεις πίστη”. Να έχω πίστησε τι; αναρωτήθηκε στο 
μυαλό του. “Πρόσεχε μας κυνηγά η μούμια!” είπε η φωνή. 
Το παιδί σάστισε προς στιγμή. Έτριψε τα κατακόκκινα 
μάτια του προσπαθώντας να συνέλθει. Μα δεν μπορούσε 
να βγάλει από το μυαλό του τη φωνή, που δεν ήταν 
δικιά του, δεν ήταν!

“Πως να το κάνω αυτό; Πες μου σε παρακαλώ” μονολόγησε.
 Καμμία απάντηση από τη φωνή. “Πες μου σε παρακαλώ,
 μη με εγκαταλείπεις τώρα”. Πάλι καμμία απάντηση.
“Να προσευχηθώ μήπως;” και πάνω που είχε αρχίσει
να απογοητεύεται η φωνή απάντησε. ”Προσεύχεσαι ήδη…”

(Συνεχίζεται...) 


Whitelighter

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Ευτυχία




























Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου,
για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια,
δύο χέρια…

Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν,
θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν,
θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν,
θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου
κλείσουν τα μάτια.

Τα πολλά χέρια, απλά, είναι χάσιμο χρόνου.
Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις…” 


Θανάσης Βέγγος.