Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πληγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πληγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Grotesque




















Ανάλγητο θρόισμα σκιάζει τα σύννεφα,
λούτρινα αγάλματα που έχουν δακρύσει.
Στο μέλλον στραγγίζει εκ των έσω η θάλασσα,
σε ένα παρόν που αρνείται να σβήσει.

Μέσα από τοίχους διαβαίνω σαν φάντασμα,
γκροτέσκος πίνακας μωρούς δελεάζει.
Αποζητώ ένα φθαρμένο νανούρισμα,
να ξαναζήσω καθώς θα χαράζει.

Είναι ο παράδεισος μέσα σε κέλυφος
αμπαρωμένος σε μνήμα που κλαίει.
Τραχύς ο δρόμος με μάγια αδιαπέραστος
και μια κόλαση από χιόνι που καίει.

Έτσι θερίζω τη λήθη που έδρεψα,
όταν στην τέχνη με είχα μυήσει.
Μακάρια κοιτάζω το θύμα που έθρεψα,
ακόμα και η άβυσσος έχει σιγήσει…


Whitelighter

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Ματαιοδοξία

























Ακολούθησε τις ρωγμές του καθρέπτη στο
γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της. “Πόσο ακόμα
θα με μαλώνεις γέρο-χρόνε!” αναφώνησε.
“Όλοι μας κάποτε θα φύγουμε απο τούτο
τον τόπο, μα πόσοι άραγε ζούμε πραγματικά;”
Δεν είχε απάντηση.

'Όχι ότι την είχε αναζητήσει και ποτέ της,
δηλαδή. Καλόπιανε πάντα το είδωλο της
με κασμίρια και κάθε λογής κοσμήματα,
με πούδρες και πανάκριβα αρώματα.
Μια καλοχτενισμένη φενάκη, περίτεχνα
αμπαλαρισμένη για να μοιάζει με ζωή.

Στο πλάι του όλα αυτά τα χρόνια βρήκε
τον πλούτο και την δύναμη που ονειρευόταν
απο παιδί, μα αγνοούσε επιδεικτικά πως η
ζωή δεν είναι μέλι δίχως φαρμάκι.

Θαμπωμένη απο τη λάμψη σμαραγδένιων
παλατιών και υπέρλαμπρων δεξιώσεων που
την έβρισκαν στολισμένη σαν παγώνι να
χαμογελάει πλαστικά, δεν έλαβε υπόψη της
πως ζει σε έναν κόσμο που το κάθε τι έχει
μια τιμή, που κάθε άνθρωπος είναι αναλώσιμος
και οι αυτοκρατορίες έχουν απαρχή, απόγειο
και στο τέλος μαραζώνουν στην παρακμή τους.

Το όνειρο που ζούσε κυλούσε αντιστρόφως
ανάλογα με την ηλικία της. Όσο αυτή μεγάλωνε,
τόσο αυτό μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Μα δεν
έδινε σημασία, όχι! Γελούσε με νόημα στον χρόνο
και φορούσε όλο και περισσότερα διαμαντικά.
Αγόραζε όλο και πιο ακριβά ρούχα.

Εκείνος πάντα την φρόντιζε. Με φάρμακο
ένα γεμάτο πορτοφόλι, κάθε που την έβλεπε
να πέφτει ψυχολογικά και αερίζοντας ενίοτε
το χρυσό κλουβί της όλα κυλούσαν υπέροχα.
Ποτέ της βέβαια δεν παραδέχτηκε πως ζούσε
κλειδωμένη. Πάντα ήταν περήφανη.
Πάντα γελαστή και γελασμένη.

Ώσπου εμφανίστηκε εκείνη στη ζωή του.
Το καινούργιο του γυαλιστερό απόκτημα.
Μια βελτιωμένη έκδοση, γεμάτη νιάτα,
δέρμα σαν απο έβενο και χαμόγελο όλο
σαγήνη. Έτσι δεν ήταν και εκείνη κάποτε;
Πέταξε προς στιγμή τα λούσα της, κοίταξε το
κορμί της και άξαφνα ανακάλυψε πώς ήταν
ολότελα γυμνή, ένα σάπιο σώμα με δίχως ψυχή.

Σύντομα την αντικατέστησε έχοντας φροντίσει
να της αφαιρέσει τα καλύτερα της χρόνια. Είχε
φθάσει βλέπετε η ημερομηνία που "καλό είναι
να έχουμε καταναλώσει το προϊόν" όπως
αναγράφεται και στα γνωστά μας τενεκεδάκια
αναψυκτικών.

Μπροστά στο ραγισμένο της καθρέπτη ψάχνει να
βρει απαντήσεις για μια ζωή που χάθηκε
ποτισμένη απο το πιο ισχυρό δηλητήριο.
Τη ματαιοδοξία της!

Whitelighter

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Σκοτεινός Θάλαμος



Μέσα στο σκοτεινό σου θάλαμο, βάλθηκες
να εμφανίσεις όλες σου τις σκέψεις.
Τις ξεχωρίζεις πυρετωδώς όλη νύχτα.
Τοποθετείς μια εδώ και μια πιο κει.
Τις στοιβάζεις ομοιόμορφα και κολλάς
επάνω τους πολύχρωμες ετικέτες, ανάλογα
με την ποιότητα που τυπώνεται η κάθε μια.

-Να εδώ, μπροστά μπροστά, θα μπουν
όσες βγήκαν έντονες και καθαρές.- είπες.
Αυτές με τις όμορφες αναμνήσεις των
νεανικών σου χρόνων, τότε που ακόμη
πίστευες πως θα άλλαζες τον κόσμο.
Τις σταμπάρεις με κόκκινο, να διακρίνονται
εύκολα , να σου θυμίζουν όσα θαυμαστά
κάποτε κατείχες.

Πέρα στη γωνία, με καρτελάκι κίτρινο,
θα βάλεις εκείνες που αποτυπώθηκαν
θαμπά στο φωτογραφικό χαρτί.
Θύμησες άνοστες και ουδέτερες
από μια ζωή που γίνηκε ρουτίνα,
μα δεν βαριέσαι -ούτε κρύο ούτε ζέστη-
όπως έλεγε και εκείνος σαν τον ρώταγες.
Όλες όσες κάποτε βάφτιζες
καλές μήπως και παρεξηγηθεί ο θεός και
σου στερήσει ακόμη και αυτές

Και στο υπόγειο στοιβάζεις όσες εικόνες
καταστράφηκαν. Σκέψεις μαύρες με
ετικέτα στο ίδιο χρώμα. Εκεί που τελικά
κατέληξαν όλές σου οι θυσίες, στο σημείο
που σε οδήγησαν όλες σου οι ανοχές και
ας μην το πίστευες ποτέ ενώ μαχόσουν
με το δόρυ σου ανύπαρκτους ανεμόμυλους.
Θαμμένες εκεί θα τις αφήσεις, για πάντα,
να μην διακρίνονται καν στο σκοτάδι
αν και τα μάτια σου το συνήθισαν πια.

-Μα πως επέτρεψα στον εαυτό μου
να σκορπίσει σε τόσα κομμάτια- ψιθύρισες
-Θα ήθελα να είχα ένα μικρό διαμαντένιο
φτυαράκι να τις πάρω και να τις πετάξω
στα σκουπίδια να απαλλαγώ απο αυτές
γιατί μόνο χώρο πιάνουν-

Ψάχνεις στην ανάλυση της φωτογραφικής
σου μηχανής να βρεις εκείνη τη ρύθμιση
που θύμιζε μονάδα. Μια μονάδα που κάποτε
ήταν –ένα- , -το νούμερο ένα- και που τώρα
πια είναι απλά ένα ψηφίο πάνω απο το μηδέν.
Ένα μηδέν απόλυτο, που πολύ κοντά του
βρίσκεσαι.

-H μηχανή θα φταίει- αποφάνθηκες
ως ειδικός και την πέταξες στα σκουπίδια
Έτσι κι αλλιώς δεν είχε καν εγγύηση….

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

21 Γραμμάρια...



...Όση και η απώλεια βάρους,
τη στιγμή που παύεις να αναπνέεις.

Ξαπλωμένος εκεί, σχεδόν
ακίνητος, ζωσμένος με ένα
σωρό ηλίθια σωληνάκια.

Σκέφτεσαι...

Πόσο να ζυγίζουν άραγε?
Πού να πηγαίνουν?
Πόσα ακόμη θα ακολουθήσουν?

Κόσμος να πηγαινοέρχεται,
δεν ακούς λαλιές,
μόνο ψιθύρους.

Απορείς...

Τι κερδήθηκε?
και τι χάθηκε?

Ψάχνεις...

Τι αφήνουμε πίσω?
και τι παίρνουμε μαζί?

...21 γραμμάρια λοιπόν!
Τόσο λένε πως ζυγίζει η ψυχή...

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Inevitable...




Σημασία δεν έχει το "πού".
Νιώθεις πόσο ανούσιο είναι το "πως"
.
Καταλαβαίνεις πως δεν χωράνε τα "γιατί".

Όλα γίνονται βάση του μεγάλου σχεδίου
και τίποτα δεν θα αλλάξει τη γνώμη στην
πανάρχαια σκοτεινή φιγούρα και αέναο
φρουρό της κοσμικής ισορροπίας.

Μου είπαν πως την είχαν μυήσει στον
επάρατο όρκο, το επτασφράγιστο κείνο
μυστικό που απαγόρευε ρητά την ύπαρξη
του και την γεμίζαν φυλαχτά και ξόρκια
αθανασίας.

Μα σαν εκίνησε για αυτήν, εμπόδια δεν
βρήκε. Εύκολα την ξετρύπωσε και σαν της
έτεινε το χέρι κατάλαβε πως ήταν αδύνατο
να παρακούσει, κανείς δεν μπορεί.

Έκλαψε απρόθυμα, δεν το ήθελε.
Γέλασε ψεύτικα, μα δεν τον ξεγέλασε.
και ξάφνου όλα γίνηκαν ξεκάθαρα.

...Το μόνο που μετράει είναι το "πότε"!

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Dust in the wind...



Πήγα να γράψω κάτι, μα η πένα αντιστάθηκε
στις σκέψεις μου. Χρόνια τώρα προσπαθώ
ν’αποτυπώσω όσα εκείνη, με θέληση δική της,
μου αποκάλυψε σε μια στιγμή μονάχα.

Τότε που στα έκπληκτα μάτια μου εμπρός,
γίνηκε λάσπη και χώμα.Τότε που γλίστρισε
απο τα δάκτυλα μου και με ανέμου πνοή
χάραξε σκιές που το φεγγάρι φωτίζει
και στου ήλιου το φως ερήμους χαρίζει.

Ένα δάκρυ κύλησε κει απο όπου κατάγεσαι
και κει όπου θα καταλήξεις και νάσου
που γίνηκε πάλι ζωή.

Κύκλος φαύλος , μα τέκνο μου της γης
αγαπημένο, δεν είμαστε παρά σκόνη
στον άνεμο με ζωή δανεική...

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Χωρίς επιστροφή...




Ο χώρος λουζόταν στα πολύχρωμα ξεσπάσματα
των φωτορυθμικών, μα στα μάτια της υπήρχε
μόνο το μαύρο.

Κραυγές απόλαυσης έβγαιναν απο τα χείλη των
θαμώνων και σκόνταφταν στην εκκωφαντική
μουσική δημιουργώντας ένα μείγμα εκρηκτικό,
μα εκείνη κάθονταν ακίνητη στην άκρη της
μπάρας κωφεύοντας σε κάθε ήχο.

Τα χέρια της έσφιγγαν το γυαλί σαν λέπινος
σφικτήρας του Αμαζονίου και το ποτήρι
κομματιάστηκε με κρότο, γεμίζοντας τα
δάκτυλα της με αίμα...Δεν σάλεψε καν.

Ξάφνου σε μια στιγμή ατέλειωτη, χαμένη
τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
Τον είδε να λικνίζεται σε ένα χορό αλλόκοτο
και ένοιωσε να παγώνει σύγκορμη σαν
κατάλαβε πως βρισκόταν εδώ για κείνη.

Οι κόρες της διεστάλησαν για να χωρέσουν
το βλέμμα του. Η σκέψη της έτρεξε γοργά να
κρυφτεί στα ντεπό του μυαλού της, τρόμαξε
όσο ποτέ άλλοτε.

Είχε έρθει για να εκπληρώσει την επιθυμία της,
η ώρα είχε επιτέλους φθάσει. Της έγνεψε να τον
ακολουθήσει, δίστασε , ήξερε πως δεν υπάρχει
επιστροφή.

Σηκώθηκε αργά σχεδόν απρόθυμα και άπλωσε
το χέρι της. Οι σκιές τους διέσχισαν γοργά την
πίστα και χάθηκαν στο σκοτάδι....

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Θέλει άνεμο η αγάπη...



Νηνεμία , για μία ακόμη νυχτιά τίποτα
δεν σαλεύει. Πνίγεσαι αβοήθητη στα
άπνοα νερά μιας θάλασσας Σαργάσσων
και βουλιάζεις στη γαλήνη.

Θυμίζεις παλιά ξύλινη γαλέρα,
ξακουστή και ταξιδιάρα κάποτε,

μα που τώρα σαπίζει στη λήθη.

Τα πανιά σου άψυχα, τα κατάρτια νεκρά.
Μυριάδες φύκη σε τυλίγουν και τρέφονται
απο το κουφάρι σου ,που σε τίποτα πια δεν
θυμίζει κείνο το υπέροχο σκαρί, που σαν
άλλοτε καβαλούσε αγέρωχα τα κύματα.

Δεν σε λησμονώ, ούτε θλίβομαι για σένα.
Οι δειλοί άνθρωποι βλέπεις ανησυχούν πρίν

αποτύχουν, οι τολμηροί ανησυχούν μετά.

Ξέχασες φαίνεται πως θέλει άνεμο η αγάπη...

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2007

A Question of Heaven


-The time is close now, the end is near
my walk through the valley, trails of fear.
I feel empty, my penance overdue,
i guess it's too late now to be with you.
I'm extremely frightened of what will surely be
i sold myself, the death of me.
I know you can't forgive me
i know I'm on my own,
i've betrayed you. I walk alone.

-Question me not say the lord unto thee,
you have chosen your own fate
and your own destiny.
Denied of this life is what you are to be,
you have chosen your own fate
and your own destiny.

-What exactly is the meaning of this?
Just pawns in your twisted game.
Severe pain for the lie I'm living,
for a love I never could betray.

-Question me not say the lord unto thee,
you have chosen your own fate
and your own destiny
Denied of this life is what you are to be,
you have chosen your own fate
and your own destiny

-Lord I pound my fists at you,
won't you just let me die.
Would I not suffer enough,
no inner peace no after life.

I did what I thought was right
all for the love of my life,
i know it's sad but true.
Something is very wrong,
condemned to suffer so long
for a love so true.

The question that lies within
is so hard to understand,
it steal tears from me.
And in my dying breath
my heart holds no regrets,
i wouldn't change a thing.

My spirit begins to rise
to the heavenly skies,
just to be shunned away by you.
Now all I want is to die,
no streets of gold in the sky
and I wash my hands of you.

-Rising to the heaven's light
just to plead for death,
just to be denied
Rising to the heaven's light
just to plead for death,
just to be denied.

-I know you can't forgive me,
i know I'm on my own.
I know that I've betrayed you,
you know I walk alone.

I walk the trail of fear.
I pound my fists at you.
I'm shunned away by you.
I wash my hands of you.

Questioning the lord...

Iced Earth