Φιγουρα ξωτικη και ταξιδιαρικη στο φως του φεγγαριου ανθιζω παλι γιατι ολη τη ζωη μου την εξοδεψα παραφορα γυρευοντας μιαν αλλη...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
H Κυρά της Λίμνης...
Τα μακριά ντελικάτα δάχτυλα της ανάδεψαν
τα παγωμένα νερά της λίμνης. Ένα δάκρυ κύλησε
από το πρόσωπο της, γλίστρησε και έγινε ένα
με το υγρό στοιχείο σχηματίζοντας δαχτυλίδια
σαν ονειροπαγίδα στον τοίχο παιδικού δωματίου.
Μοιρολόι νεαρού αερικού βγήκε από τα σωθικά
της σα να καλούσε την Κυρά της Λίμνης να
ακούσει την παράκληση της. Να τον φέρει πάλι
πίσω σε αυτήν.
Το φεγγάρι έριχνε το αλλόκοσμο ολόλευκο φως
του στα σκοτεινά νερά και φάνηκε να ταλανίζεται,
σα χαλασμένο εκκρεμές σε παλιό δρύινο ρολόι
καθώς μια δυνατή ριπή του ανέμου έσπασε τη
νυχτερινή σιγαλιά.
Τα μάτια της υγρά και σκοτεινά , έκλεισαν στα
βλέφαρα της και αφέθηκε στη μυστηριακή της
ψαλμωδία , οι νότες που έβγαιναν από τις χορδές
των χειλιών της παρασέρνονταν με τον άνεμο
και έφταναν θαρρείς ως τα πέρατα του κόσμου.
Ποθούσε τόσο να εισακουστεί , πραίτορες βράχοι
καταπλάκωναν την ψυχή της και αποζητούσε με
όλη τη δύναμη που είχε μέσα της ένα θάμα να
γενεί. Μια ολόλαμπρη παραμυθένια ανάσταση ,
μια επική επιστροφή του χαμένου άρχοντα που
σαν άτρωτος πολεμιστής κατανίκησε το θάνατο
και έτρεξε κοντά της καλπάζοντας πάνω στο
κάτασπρο άτι του.
Το μοιρολόι άξαφνα σταμάτησε σα να μην είχε
άλλη πνοή να συνεχίσει, ο αγέρας πάγωσε και
έμεινε μετέωρος στο ουράνιο στερέωμα, η λίμνη
αναταράχτηκε δυνατά. Μια αέρινη φωτεινή μορφή
ξεπρόβαλε στο μέσον της. Ένα χέρι απλώθηκε προς
το δικό της, ένοιωσε το άγγιγμα του , γαλήνεψε
η ψυχή της. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της.
Ακολούθησε τη μορφή με αργά σταθερά βήματα
ως των νερών τα βάθη, είχε έρθει η ώρα να ανταμώ-
σουν ξανά. Την περίμενε καλπάζοντας στα απέραντα
λιβάδια. Το δάκρυ στέγνωσε, ο πόνος έφυγε. Τα
δάχτυλα της άγγιζαν το καταπράσινο χορτάρι και
εκείνος φάνηκε μπροστά της, πανέμορφος όπως
πάντα,φορώντας τη αστραφτερή στολή του.
Της ένεψε.
Με φτερά στα πόδια της έτρεξε στην αγκαλιά
του. Αυτός ξεπέζεψε , χάιδεψε τη χαίτη του
αλόγου του και άνοιξε την αγκάλη του. Περιστέρια
ξεπρόβαλλαν από τα χέρια του και ξεχύθηκαν στον
καταγάλανο ουρανό των ...Ηλισσίων.
Χάθηκε μέσα του.
Γινήκανε και πάλι ένα.
Για πάντα…
Whitelighter
Σάββατο 13 Μαρτίου 2010
Αναζητώντας την αγάπη...

Ήταν που λες μια φορά ένα κοριτσάκι. Ούτε όμορφο,
ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο
κοριτσάκι ήτανε,που θα έμοιαζε μ' όλα τα άλλα, αν δεν είχε
μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε από
το σπίτι της και πήγαινε και στεκότανε στις παρυφές του
δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα πνεύματα του
δάσους που πήγαιναν να πιούν νερό. Περνούσαν που λέτε
πανέμορφοι πρίγκηπες και ιππότες ,νεράιδες και ξωτικά.
Το κοριτσάκι ένιωθε πως με όλους έμοιαζε λιγάκι, πως όλοι
τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τους
σταματούσε όλους, τους κοίταζε στα μάτια και ρωτούσε:
- Μπορείς να μ' αγαπάς; Οι πιο πολλοί γελούσαν. Άλλοι δεν
έμπαιναν καν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλοι της
έλεγαν:Δεν έχω χρόνο ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς.
Αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα,
ώσπου μια μέρα,το κοριτσάκι ξαναρώτησε κ'ένας πρίγκηπας
χαμογέλασε και του είπε:- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι θα πει ν' αγαπη-
θούμε;- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να
καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα
θα πει να κοιταζόμαστε στα μάτια. Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια
για μερόνυχτα.- Τώρα αγαπιόμαστε; - Όχι βέβαια. Αλίμονο αν
ήταν τόσο απλό.Ν' αγαπηθούμε θα πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενοι!- Τι ωραίο
να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; - Όχι ακόμα. Γιατί
ν' αγαπηθούμε θα πει να 'χουμε και κάτι ο ένας απ' τον άλλον.
Δώσε μου λίγο απ’τα πλούσια μαλλιά σου κι εγώ θα σου δώσω
από το γαλάζιο των ματιών μου. Κι έκαναν έτσι. Ο πρίγκηπας
πρόβαρε τα κατάμαυρα μαλλιά του κοριτσιού κ'ύστερα
της χάρισε το πιο όμορφο γαλάζιο των ματιών του.- Τώρα
αγαπιόμαστε; - Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο.
Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να
τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα,
με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί
την αχτίδα.- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε; - Τώρα!
Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε
και ξεκίνησαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά
σα μέλι.Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους. ‘Ετρεχαν δε με τέτοια
ταχύτητα που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν
ένα. Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που
όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλω-
θούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα
σύννεφα. Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια,να 'τανε ένα
λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο
χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο πρίγκηπας ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί.Μπορεί να ζαλίστηκα
απ' το τρέξιμο. Θα 'θελα να γυρίσω πίσω. -Κουράστηκες;
Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως
που μας κουβαλάει.Δεν είναι κουραστικό. - Για μένα
είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν
δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω.
Αυτά είπε και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη
που κατέβαινε στη γη και χάθηκε.- Μη φεύγεις, φώναξε το
κοριτσάκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω πια να σταματήσω,
κι είν' αστείο να τρέχω μόνη μου στον ουρανό. Όμως, τη φωνή
της την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι
- το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεεε... ωωωωω.. Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να
πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξανα-
γυρίσω πίσω; Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο,
κι έτσι δεν της απάντησε κανένας. - Μου φαίνεται πως τώρα
τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω.Κι αν
τρέχω έτσι μόνη μου για πάντα; Εεεεε... ωωωωωωωωω...
Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ; Τότε, μια μικρή φωνούλα
έφτασε στ' αφτιά της, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε
από μέσα της. - Ψιτ, ψιτ! κοριτσάκι! -Μου μίλησε κανείς;
Τίποτε δεν βλέπω. - Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου.Είμαι
η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον πρίγκηπα βόλτα
στον Γαλαξία.Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Μόνο εγώ
μπορώ να σε γυρίσω πίσω.Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω
από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε.Μόνο που 'χω
τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν
εξαντληθεί.Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από
σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου,
να προχωράμε...

- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω; - Ξέρω κι εγώ;. Τα μαλλιά σου,
τις πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου ‘ισως;
- Τα μαλλιά μου, οι πατούσες μου, πάρτα δικά σου. Μόνο
που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο πρίγκηπας μαζί του.
Κι αυτό δεν αλλάζει.Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου.
Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη. Μην πονάς πολύ.
Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα.
Αλλάζουμε πορεία. Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά. Το κορι-
τσάκι μ' ένα πόδι, κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως
της φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον πρίγκηπα της.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο πρίγκηπας της. Μόνο εκείνος
μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτε άλλο.-Παράξενο να μπαίνεις σε
τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις
γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς
να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό. - Σσσσστ! Μη
μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα. Καίω τη δεύτερη
πατούσα. Κατεβαίνουμε. Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν
κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά,
που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε.
Το κοριτσάκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να
μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα,
τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!.Και μετά τίποτα.
Όταν το κοριτσάκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται,
πόναγε σ' όλο της το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν
κοντά της και της έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις
πληγές για να μην τσούζει, και της έβαζε κομπρέσες κι
επιδέσμους και τη χάιδευε.- Ο πρίγκηπας μου, σκέφτηκε κι
άνοιξε τα μάτια. Όμως, είδε να σκύβει πάνω της ένα ξωτικό.
Ήταν ένα μικρόσωμο ατσούμπαλο ξωτικό με αστείο βλέμμα.
Ηταν όμως τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως
λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο
τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το κοριτσάκι ούτε να δακρύσει
από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα
πολλή. Ύστερα, το ξωτικό ρώτησε κάτι που το κοριτσάκι
άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν
ανυποψίαστο για όλα.
- Μπορείς να μ' αγαπάς; Το κοριτσάκι αναστέναξε, χωρίς
καθόλου λύπη. - Φοβάμαι πως δεν μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά
για ν' αγαπήσω. - Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα
κομμάτι απ' τη δικιά μου. – Όμως ν' αγαπηθούμε θα πει να
τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια. - Να τρέχουμε, έτσι
άσκοπα, γιατί; Ν' αγαπηθούμε θα πει να κάνουμε μαζί μια
διαδρομή, όπως μπορούμε.Το πιο Σπουδαίο είναι να 'μαστε
οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα
πάμε.Μικρό μου κοριτσάκι, αν μπορείς να μ' αγαπάς, θα σου
φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες,
θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε
πάρω αγκαλιά και θα 'ναι πιο όμορφα, γιατί θ' ακούω την
ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και
δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα 'μαστε εμείς
Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να
το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή,
περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε. Ο από-
ηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων
- λένε...Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε.
Whitelighter
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009
Δώδεκα!

Δεν ήταν πολύ μακριά, να εδώ λίγο πιο κάτω,
ίσως πιο πάνω, πάντως δίπλα μας. Ζούσαν
μαζί μας η ένα (1) και ο δύο (2). Ήταν μία
από τις πολλές και αυτός ήταν η συνέχεια της.
Υπήρχε και ο 5 και η 6 , ο 12 και η 7350.
Είχαν και φίλους η ένα την μηδέν και
Είχαν και φίλους η ένα την μηδέν και
ο δύο τον τρία.
Μια μέρα γνωρίστηκαν. Χρόνια τώρα
δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και εκεί επάνω
σ' ένα κλάσμα ατέλειωτης διαίρεσης,
Μια μέρα γνωρίστηκαν. Χρόνια τώρα
δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και εκεί επάνω
σ' ένα κλάσμα ατέλειωτης διαίρεσης,
ως εκ θαύματος εκείνοι έκαναν μια πρόσθεση.
Ένοιωσαν τόσο όμορφα, Ω! Θεέ μου τόσο
όμορφα που νόμισαν ότι ήταν οι μόνοι που
έκαναν πρόσθεση. Μα στο σύνολο των πράξεων
η δικιά τους πρόσθεση ήταν ανούσια όσο 1 + 2.
Ήξεραν όμως ότι γι' αυτό είχαν γεννηθεί.
Έπαψαν να είναι σημεία και για πρώτη φορά
οριοθετούσαν μια απόσταση.
Ο κόσμος έλεγε συχνά ότι από την 1 μέχρι
τον 2 χωράνε πολλά. Έλεγε 1 έως 2 μέτρα,
Ένοιωσαν τόσο όμορφα, Ω! Θεέ μου τόσο
όμορφα που νόμισαν ότι ήταν οι μόνοι που
έκαναν πρόσθεση. Μα στο σύνολο των πράξεων
η δικιά τους πρόσθεση ήταν ανούσια όσο 1 + 2.
Ήξεραν όμως ότι γι' αυτό είχαν γεννηθεί.
Έπαψαν να είναι σημεία και για πρώτη φορά
οριοθετούσαν μια απόσταση.
Ο κόσμος έλεγε συχνά ότι από την 1 μέχρι
τον 2 χωράνε πολλά. Έλεγε 1 έως 2 μέτρα,
1 έως 2 κιλά, 1 έως 2 άνθρωποι.
Ζούσαν ευτυχισμένοι και πολύ κοντά,
και ένα σοφό 26 που πέρασε κάποτε τους
Ζούσαν ευτυχισμένοι και πολύ κοντά,
και ένα σοφό 26 που πέρασε κάποτε τους
είχε πει ότι όσο πιο κοντά βρισκόταν
τόσο πιο πολύ ο κόσμος θα αναγνώριζε την
τόσο πιο πολύ ο κόσμος θα αναγνώριζε την
δύναμη και την απόσταση που οριοθετούσαν.
Μια μέρα η ένα (1) καθώς καθάριζε την περιοχή
Μια μέρα η ένα (1) καθώς καθάριζε την περιοχή
τους, είδε τον δυο (2) να μπαίνει κατάκοπος
γυρνώντας από κάτι πολλαπλασιασμούς και της
φάνηκε τόσο ανούσιο αυτό που έκανε. Τον κοίταξε
καλά καλά και της φάνηκε τόσο δεύτερος σχεδόν
σαν 2. Δεν ήταν το δύο που γνώρισε, ήταν απλά
ο "μετά", "ο λίγος", "ο δεύτερος". Σκέφτηκε να βρει
ένα τρίτο να βάλει ανάμεσα. Ο δύο αντίστοιχα
ένοιωσε ότι η 1 ήταν τόσο μικρή σχεδόν η μισή
από εκείνον.
Έφυγαν μακριά, γύρισαν την πλάτη και κοιμήθηκαν
Έφυγαν μακριά, γύρισαν την πλάτη και κοιμήθηκαν
σε άλλες παρενθέσεις και μετά σε άλλα διαστήματα
και μετά δεν κοιμήθηκαν πια μαζί. Δοκίμασαν
άλλους συνδυασμούς αλλά πάντα κάτι έλειπε για
να συμπληρώσουν την απόσταση. Δεν μπόρεσαν ποτέ
να αισθανθούν ξανά το ίδιο. Σημάδια κενά απόμειναν,
που κοίτονται μόνα τους σε άσπρο χαρτί.
Μετά απο αρκετό καιρό συναντήθηκαν τυχαία
σε ένα σταυροδρόμι εξισώσεων. Με έκδηλη την
αμηχανία της στιγμής, έκανε κίνηση να τον
αγκαλιάσει. Ήθελε τόσο να δει πάλι το χαμόγελο
του, αλλά εκείνος δεν της άφησε περιθώριο.
Οι πολλαπλασιασμοί στο εργοστάσιο αυξήθηκαν
έγινα ο Νο 2 πια στην εταιρεία της είπε ξερά και
με νόημα. -Μπράβο πολύ χαίρομαι για σένα,
Οι πολλαπλασιασμοί στο εργοστάσιο αυξήθηκαν
έγινα ο Νο 2 πια στην εταιρεία της είπε ξερά και
με νόημα. -Μπράβο πολύ χαίρομαι για σένα,
απήντησε η ένα.
Εκείνη κοίταγε μια αυτόν και μια την κοιλία της
που προεξείχε (δύο μηνών έγκυος βλέπετε),
κορίτσι είναι του είπε, θα την ονομάσω 1,6.
Α να! και αυτές δικές μου είναι όλες και του
έδειξε φωτογραφίες από τη μικρή 1,3 και την 1,4
που έπαιζαν αμέριμνες στην παιδική χαρά.
-Μπράβο, πολύ χαίρομαι για σένα, αποκρίθηκε ο δύο.
Αμηχανία ξανά.
Έδωσαν τα χέρια αλλά τα μάτια τους δεν
Αμηχανία ξανά.
Έδωσαν τα χέρια αλλά τα μάτια τους δεν
αγκαλιάστηκαν, τα δάκρυα τους δεν σμίξανε
πασχίζοντας να βγουν. Ένας κρυφός εγωισμός
πασχίζοντας να βγουν. Ένας κρυφός εγωισμός
τους έκαιγε τα σωθικά και έκανε τα μάτια να
κοιτούν αλλού. Η ένα (1) κοίταξε το τακούνι της
βάσης της και ο δύο (2) το ρολόι του μορφάζοντας
δήθεν για την ώρα. Προχώρησαν λίγο, γύρισε και
τον αναζήτησε πίσω της, άραγε θα γύρναγε να κοιτάξει;
-Ναι Θεέ μου γύρισε. Ένοιωσε τόσο χαζούλα,
χαμογέλασε κλώτσησε μια υποδιαστολή και
προχώρησε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν, Αν, ΑΝ!
Μια κενή φωνή ακούστηκε μέσα της.
-Εγώ είμαι η ΈΝΑ και δεν έχω ανάγκη κανέναν.
Το βράδυ σπίτι αυτό το ένα, πόναγε πιο πολύ.
Α ρε μακάρι να υπήρχε κάποιος ακόμη.
Σκέφτηκε τότε που ήταν ακόμη κοντά με τον δύο (2),
τότε που την άγγιζε, τότε που έγιναν ένας αριθμός,
τότε που έγιναν 12. Ναι Θεέ μου ήταν τόσο δυνατός,
όχι μικρός τιποτένιος, αλλά 12.
-Εγώ είμαι η ΈΝΑ και δεν έχω ανάγκη κανέναν.
Το βράδυ σπίτι αυτό το ένα, πόναγε πιο πολύ.
Α ρε μακάρι να υπήρχε κάποιος ακόμη.
Σκέφτηκε τότε που ήταν ακόμη κοντά με τον δύο (2),
τότε που την άγγιζε, τότε που έγιναν ένας αριθμός,
τότε που έγιναν 12. Ναι Θεέ μου ήταν τόσο δυνατός,
όχι μικρός τιποτένιος, αλλά 12.
- Δώδεκα φώναξε, δώδεκα!!!!!!
Κοίταξε το ρόλοι της, δάκρυσε λίγο, ήταν αργά
Κοίταξε το ρόλοι της, δάκρυσε λίγο, ήταν αργά
σκέφτηκε. - Έχω πολλές πράξεις να οριοθετήσω
αύριο, και η ώρα πέρασε. Το εκκρεμές στον τοίχο
χτύπησε 12. Ο ήχος του πένθιμος, με κάθε χτύπο
έγραφε το ίσον της ζωής της 1 - 1 = 000000000000.
Έκανε την ίδια πράξη πολλές φορές αλλά πάντα μηδέν.
Αποτέλεσμα, νούμερα και σύμβολα όλα μηδέν(0),
χαμογέλασε με ειρωνεία. Έβγαλε τη βασούλα του 1
Έκανε την ίδια πράξη πολλές φορές αλλά πάντα μηδέν.
Αποτέλεσμα, νούμερα και σύμβολα όλα μηδέν(0),
χαμογέλασε με ειρωνεία. Έβγαλε τη βασούλα του 1
και κοιμήθηκε - ένα ίσον κανένα σκέφτηκε...
Whitelighter
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009
Τέσσερις Σύντροφοι...

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία κοπέλα
που είχε τέσσερις πιστούς συντρόφους.
Μα δεν τους αγαπούσε όλους το ίδιο,
Μα δεν τους αγαπούσε όλους το ίδιο,
ούτε τους μοίραζε ισάξια την φροντίδα
και την προσοχή της.
Πιο πολύ από όλους αγαπούσε τον τέταρτο
Πιο πολύ από όλους αγαπούσε τον τέταρτο
σύντροφο. Του αγόραζε τα ακριβότερα ρούχα
και παπούτσια , ενώ δεν παρέλειπε ποτέ της
να του μαγειρέψει τις νοστιμότερες λιχουδιές
και να τον φιλέψει με τα πιο λουκούλλεια εδέσματα.
Αυτός άξιζε πάντα το καλύτερο και ποτέ της δεν
παρέλειψε να του προσφέρει ότι πολυτιμότερο
υπήρχε, δίχως να λογαριάζει το κόστος
και το πόσο θα έπρεπε να δουλέψει για αυτό.
Αγαπούσε επίσης πολύ και τον τρίτο της σύντροφο,
Αγαπούσε επίσης πολύ και τον τρίτο της σύντροφο,
ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ομορφότερος.
Όπως λοιπόν καταλαβαίνετε τον έπαιρνε πάντα
μαζί της και τον επιδείκνυε με κάθε επισημότητα,
σε κάθε εμφάνιση της. Φοβόταν όμως πως κάποια
μέρα και παρά τις προσπάθειες της να τον κρατήσει,
θα την άφηνε για κάποιον άλλον.
Αγαπούσε όμως και τον δεύτερο σύντροφο της.
Αγαπούσε όμως και τον δεύτερο σύντροφο της.
Ήταν αυτός που πάνω απο όλους μπορούσε να
εμπιστευτεί. Ήταν πάντα υπομονετικός, ανεξάντλητος
και ευγενικός μαζί της. Όποτε και αν αντιμετώπιζε
δυσκολίες μπορούσε να τον συμβουλευτεί και αυτός
θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει να ξεπεράσει
κάθε εμπόδιο.
Ό πρώτος της σύντροφος ήταν ένας πολύ πιστός
Ό πρώτος της σύντροφος ήταν ένας πολύ πιστός
ακόλουθος με πολύ μεγάλη, αν και αθόρυβη συνεισφορά,
στη διατήρηση της υγείας και της ευημερίας της.
Δεν τον αγαπούσε όμως αυτόν της το σύντροφο
και παρόλο που εκείνος την λάτρευε, δεν του έδινε
καμία σημασία.
Μια μέρα η κοπέλα αρρώστησε και σαν κατάλαβε πως
Μια μέρα η κοπέλα αρρώστησε και σαν κατάλαβε πως
δεν της έμενε και πολύς χρόνος ακόμη, αναπόλησε
την υπέροχη ως τότε ζωή της και φοβούμενη, όπως
όλοι, τη μοναξιά αναρωτήθηκε αν θα την ακολουθούσε
κάποιος από τους αγαπημένους της συντρόφους στη
νέα της κατοικία.
Ρώτησε λοιπόν τον τέταρτο και πιο αγαπημένο της
Ρώτησε λοιπόν τον τέταρτο και πιο αγαπημένο της
σύντροφο. "Σε αγάπησα πιο πολύ από κάθε άλλον και
σου προσέφερα ότι πολυτιμότερο υπήρχε σε τούτο
τον κόσμο. Τώρα που φεύγω θα με ακολουθήσεις
στο νέο μου σπίτι για να μου κρατάς συντροφιά?"
"Αποκλείεται!!" Φώναξε ξαφνιασμένος εκείνος και
"Αποκλείεται!!" Φώναξε ξαφνιασμένος εκείνος και
έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η απάντηση του
δυνατή μαχαιριά στην ήδη άρρωστη καρδιά της
την έκανε να σαστίσει.
Πληγωμένη και προδομένη στράφηκε στο τρίτο
Πληγωμένη και προδομένη στράφηκε στο τρίτο
σύντροφο της. "Σε αγαπούσα σε όλη μου τη ζωή",
του είπε, "Τώρα που πεθαίνω θα ήθελες να έρθεις
μαζί μου για να μου κρατάς συντροφιά?"
"Όχι" απήντησε εκείνος παγερά και αδιάφορα.
"Όχι" απήντησε εκείνος παγερά και αδιάφορα.
"Η ζωή είναι πολύ ωραία! Όταν θα πεθάνεις θα
ψάξω καινούργια αγάπη να βρω."
Πάγωσε σύγκορμη ακούγοντας και τη δική του
Πάγωσε σύγκορμη ακούγοντας και τη δική του
απόρριψη και βυθίσθηκε ακόμη περισσότερο
στον πόνο και στη θλίψη.
Με τις λιγοστές δυνάμεις που της είχαν απομείνει
Με τις λιγοστές δυνάμεις που της είχαν απομείνει
έτρεξε στον δεύτερο σύντροφο της και με φωνή
σχεδόν ξεψυχισμένη του είπε: "Όποτε και αν
χρειάστηκα τη βοήθεια σου ήσουν εκεί για εμένα,
τώρα που φεύγω για τη νέα μου κατοικία θα έρθεις
μαζί μου? Σε χρειάζομαι πλάι μου!"
"Δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω αυτή
"Δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω αυτή
τη φορά", της απήντησε μαλακά. "Το μόνο που θα
μπορούσα να κάνω και αυτό επειδή είσαι εσύ,
είναι να σε συνοδέψω ως την είσοδο."
Αυτό φάνταζε ως το τελειωτικό χτύπημα.
Αυτό φάνταζε ως το τελειωτικό χτύπημα.
Αποτελειωμένη και αποκαμωμένη έκλεισε τα
μάτια και ξέσπασε σε λυγμούς.
"Εγώ θα έρθω μαζί σου", ακούστηκε μια φωνή!
"Εγώ θα έρθω μαζί σου", ακούστηκε μια φωνή!
"Θα σε ακολουθήσω οπουδήποτε κι αν πας!"
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένη και
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένη και
είδε τον άνθρωπο που είχε συνηθίσει να ξεχνά.
Ο πρώτος της σύντροφος στεκόταν μπροστά της.
Ο πρώτος της σύντροφος στεκόταν μπροστά της.
'Ηταν πάρα πολύ αδυνατισμένος και με εμφανή
τα σημάδια απο την ασιτία και την αμέλεια.
Φανερά στεναχωρημένη αλλά και ανακουφισμένη
Φανερά στεναχωρημένη αλλά και ανακουφισμένη
απο αυτό που είχε μόλις ακούσει η κοπέλα του είπε:
"Θα έπρεπε να σε είχα φροντίσει όταν είχα τη
δυνατότητα! Εσένα πάνω από όλους."
"Συγνώμη που δεν ήμουν εκεί για σένα"
"Συγνώμη που δεν μπόρεσα να καταλαβώ
"Συγνώμη που δεν ήμουν εκεί για σένα"
"Συγνώμη που δεν μπόρεσα να καταλαβώ
την αξία σου..."
Όλοι μας έχουμε τέσσερις συντρόφους στη ζωή μας.
Ο τέταρτος σύντροφος είναι το σώμα μας.
Ο τέταρτος σύντροφος είναι το σώμα μας.
Όση προσπάθεια και αν καταβάλουμε ώστε να το
κάνουμε να δείχνει όμορφο και υγιές, θα μας
εγκαταλείψει σαν φύγουμε από τούτο τον κόσμο.
Ο τρίτος μας σύντροφος είναι τα υπάρχοντα μας,
το κοινωνικό μας status, ο πλούτος. Όσα και αν
συγκεντρώσουμε, ακόμη και αν τα φυλάξουμε
σαν κόρη οφθαλμού, Όταν ξεκινήσουμε για το
μακρύ μας ταξίδι θα περάσουν στα χέρια άλλων.
Ο δεύτερος σύντροφος μας είναι η οικογένεια και
Ο δεύτερος σύντροφος μας είναι η οικογένεια και
οι φίλοι. Όσο και αν στάθηκαν στο πλάι μας, όσο
και αν μας βοήθησαν στη διάρκεια της ζωής μας,
στη νέα μας κατοικία δεν θα μπορέσουν ποτέ να
περάσουν το κατώφλι.
και ο πρώτος μας σύντροφος, που συνήθως ξεχνάμε
και ο πρώτος μας σύντροφος, που συνήθως ξεχνάμε
στον αέναο αγώνα μας για ομορφιά, δύναμη, και χρήμα,
είναι η ψυχή μας. Αυτός ο μοναχικός και μοναδικός μας
σύντροφος που θα μας ακολουθήσει οπουδήποτε και αν
πάμε. Χωρίς να ρωτήσει, χωρίς να κοντοσταθεί. Μόνο
εκείνη ανάμεσα σε όσα κατέχουμε και σε όσα μας
περιβάλουν θα είναι πλάι μας για πάντα!
Ας την καλλιεργήσουμε λοιπόν τώρα που μπορούμε
Ας την καλλιεργήσουμε λοιπόν τώρα που μπορούμε
και ας της δώσουμε την αγάπη και τη φροντίδα που της
αρμόζει ,γιατί μονάχα αυτή θα μας ακολουθήσει ως το
θρόνο του θεού και από εκεί θα συνεχίσει μαζί μας
ως την αιωνιότητα.
Whitelighter
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Το Νησί των συναισθημάτων...

'Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί
στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν
και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη...
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους
και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη
άρχισε να ζητάει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια
λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει:
- 'Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;'
-'Όχι, δεν μπορώ' απάντησε ο Πλούτος.
'Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και
δεν υπάρχει χώρος για σένα'.
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια
από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από
μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-'Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-'Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη.. Είσαι
μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο
σκάφος μου' της απάντησε η Αλαζονεία.
H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη
αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
-'Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου'.
-'Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που
θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη
αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε
την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-'Αγάπη, έλα προς τα εδώ!
Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!'
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η
Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από
τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει
το όνομά του.
Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε
και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε
στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση:
-'Γνώση, ποιος με βοήθησε';
-'Ο Χρόνος' της απάντησε η Γνώση.
-'Ο Χρόνος;' ρώτησε η Αγάπη. ,
'Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;'
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά
σοφία της είπε:
'Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο
μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη'.
Μάνος Χατζιδάκις - 'Το Νησί'
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008
Pandora's Box
Κουτί σκαλιστό της δώρισαν,
από κείνα με θρύψαλα από κρύσταλλο,
που ειδωλίζουν δάκρυα και
παραμορφώνουν ψυχές.
Τσίγκινο είχε, στραφταλιστό,
Τσίγκινο είχε, στραφταλιστό,
περίβλημα και μια ανεξήγητη γραφή,
απομεινάρι του μεσαίωνα,
χαραγμένη σε γλώσσες πύρινες,
που εικόνιζαν μάγισσες παρανάλωμα
στις κοσμοστόλιστες πλατείες.
Μην μπορώντας να αντισταθεί,
απομεινάρι του μεσαίωνα,
χαραγμένη σε γλώσσες πύρινες,
που εικόνιζαν μάγισσες παρανάλωμα
στις κοσμοστόλιστες πλατείες.
Μην μπορώντας να αντισταθεί,
άνοιξε το σφάλιστρο και χάθηκε μέσα
του βαθιά, για στιγμές μονάχα, νόμισε,
μα ήσαν, όμως, χρόνια ολάκερα.
Πείστηκε και κείνη, βλέπετε, από την
αψεγάδιαστη ομορφιά των συμβόλων
και την μαγευτική φενάκη της αέναης ζωής.
Θαμπώθηκε από τη λάμψη της φλόγας,
Θαμπώθηκε από τη λάμψη της φλόγας,
παγιδεύτηκε στις γωνιές ομόκεντρων
κύκλων με φυγή μοναδική
ένα αλλόκοτο θρόισμα….
Μα δεν το άκουσε ποτέ!
και η Πανδώρα, με ήχο υπόκωφο,
Μα δεν το άκουσε ποτέ!
και η Πανδώρα, με ήχο υπόκωφο,
σφάλισε το λουκέτο…
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008
Υπόσχεση Αθανασίας...
Πρίν πολλά πολλά χρόνια, σε μια χώρα
μακρινή και θλιμμένη, δέσποζε ένα
πελώριο βουνό με μαύρα κοφτερά βράχια.
Κάθε που νύχτωνε, στην κορυφή κείνου του
βουνού, άνθιζε ένα μαβί ρόδο που ο θρύλος
έλεγε πως στο άγγιγμα του αποκτούσες
την αθανασία.
Κανείς όμως δεν τολμούσε να το πλησιάσει.
Το βουνό φάνταζε τόσο αφιλόξενο με τα
σκοτεινά του βράχια, που θα μπορούσαν να
κόψουν σαν ξυράφι τη σάρκα ακόμη και
των πιο σκληροτράχηλων και έμπειρων
ορειβατών, αλλά και το ίδιο το ρόδο ήταν
γεμάτο με μεγάλα δηλητηριώδη αγκάθια.
Οι άνθρωποι μιλούσαν για το φόβο του
θανάτου και για τον πόνο , αλλά ποτέ για
την υπόσχεση της αθανασίας. Άτολμοι
να κατονομάσουν τη δειλία τους, αδύναμοι
να "ματώσουν" για το υπέρτατο αγαθό.
Έτσι, κάθε βράδυ το ρόδο μαραινόταν
δίχως να δίνει τα "δώρα" του σε κανέναν.
Λησμονημένο και χαμένο στην κορυφή
κείνου του βουνού με τα παγερά βράχια,
να περιμένει αιώνια , μολυσμένο θαρρείς
με την αθάνατη ζωή που δεν μπορούσε να
χαρίσει.
Μοναχό του ώσπου να σβήσει ο χρόνος...
Μοναχό του ώσπου να σβήσει ο χρόνος...
Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007
Το ραγισμένο δοχείο
Πριν πολλά χρόνια, σε μια επαρχεία κάπου
στην Κίνα, ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία
κουβαλούσε καθημερινά νερό απο ένα μακρυνό
ρυάκι με δυό μεγάλα δοχεία περάσμενα σε ένα
μακρύ ξύλινο κοντάρι το οποίο στήριζε στους
ώμους της.
Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα
Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα
όλη την ποσότητα νερού που μπορούσε να χωρέσει.
Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς
Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς
διαδρομής, από το ρυάκι στο σπίτι, έφθανε με τη
στάθμη του νερού εώς τη μέση.Έτσι για δύο ολόκληρα
χρόνια η γυναίκα κουβαλούσε καθημερινά μόνο
ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που
εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον
οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν
δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά
απο αυτά που έπρεπε κι ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή
και αποφάσισε να μιλήσει στην ηλικιωμένη γυναίκα.
"Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου
"Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου
ζητήσω συγγνώμη!"
"Μα γιατί;" ρώτησε η γριά. "Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;"
"Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω
"Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω
της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!"
Η γυναίκα χαμογέλασε: "Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι
Η γυναίκα χαμογέλασε: "Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι
υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη
μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την
εκμεταλλεύτηκα." "Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και
εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και τα
τοποθετώ το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα
τόση ομορφιά να στολίζει το σπιτικό μου!"
Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε
Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε
ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της ηλικιωμένης
γυναίκας να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την
αδυναμία του. Ο καθένας μας έχει τις "ρωγμές" του
και τις "αδυναμίες" του, που μπορούν να γίνουν
χρήσιμες και να "στολίσουν" τη ζωή μας.
Κάθε "ρωγμή" μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο
Κάθε "ρωγμή" μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο
πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα, αρκεί κάποιος να
μπορέσει να διακρίνει τον τρόπο με τον οποίο
η ατέλεια μας αυτή μπορέι να ομορφύνει την
ίδια μας την ύπαρξη.
"Ραγισμένοι" φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε
"Ραγισμένοι" φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε
στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το
άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά
σας. Αν ο καθένας μας μετέτρεπε σαν την ηλικιωμένη
γυναίκα τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο
και όμορφο, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος.
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007
Πλόυσιος η φτωχός...
Στα χρόνια τα παλιά , κάποιος βασιλιάς αποφάσισε
να στείλει το παιδί του να περάσει μια νύχτα με μια
πολύ φτωχή οικογένεια. Σκοπός αυτής του της
κίνησης ήταν να αφήσει το νεαρό πριγκηπόπουλο
να δει με τα ίδια του τα μάτια τον τρόπο διαβίωσης
ενός μέρους των μελλοντικών υπηκόων του, που
όχι μόνο δεν είχαν χρήματα να ξοδέψουν μα
δυσκολεύονταν να αντιμετωπίσουν ακόμα και
αυτή την απλή καθημερινότητα τους.
Ο βασιλιάς έντυσε σαν απλό χωρικό το παιδί και το
Ο βασιλιάς έντυσε σαν απλό χωρικό το παιδί και το
συμβούλεψε να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του,
για να μην νοιώθουν άβολα οι οικοδεσπότες του.
Το βοήθησε να ανέβει σε μια παλιά άμαξα και
πρόσταξε τον οδηγό να το μεταφέρει στην οικογένεια
που είχε επιλέξει.
Την επόμενη ημέρα , ο βασιλιάς υποδέχτηκε το νεαρό
Την επόμενη ημέρα , ο βασιλιάς υποδέχτηκε το νεαρό
πρίγκηπα και του ζήτησε να του περιγράψει την
εμπειρία του. Το παιδί αφού τον κοίταξε για λίγη ώρα
αμίλητο , αποκρίθηκε:
Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία πατέρα.Έμαθα πως
έχουμε πανέμορφα κάτασπρα άλογα ,που όπως λες
Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία πατέρα.Έμαθα πως
έχουμε πανέμορφα κάτασπρα άλογα ,που όπως λες
πολλοί θα ζήλευαν, ενώ αυτοί έχουν σκυλιά και
κότες και χήνες. Έχουμε ένα μεγάλο πλουμιστό
συντριβάνι και αυτοί έχουν το ποτάμι. Διαθέτουμε
μια πελώρια ξεσκέπαστη βεράντα , αλλά αυτοί έχουν
τον ουρανό με τα αστέρια και το φεγγάρι. Έχουμε
ένα τεράστιο κήπο γεμάτο λουλούδια , μα αυτοί
έχουν το δάσος."
Και ενώ ο βασιλιάς άκουγε αποσβολωμένος τα όσα
Και ενώ ο βασιλιάς άκουγε αποσβολωμένος τα όσα
έλεγε με στόμφο ο γιός του ,το παιδί πρόσθεσε:
"Σε ευχαριστώ πατέρα που μου έδειξες πόσο
φτωχοί είμαστε!"
Ο βασιλιάς που μια ημέρα πριν έτριβε τα χέρια του με
Ο βασιλιάς που μια ημέρα πριν έτριβε τα χέρια του με
ικανοποίηση , διαβλέποντας πως το πριγκηπόπουλο
μόλις αντίκρυζε την φτώχια των απλών ανθρώπων
θα αντιλαμβανόταν άμεσα τη διαφορά και θα
κατανοούσε επιτέλους την επιμονή του στον πλούτο ,
καθόταν τώρα σαστισμένος και αμίλητος...
Όταν μετράμε τι είμαστε, το αποτέλεσμα είναι
Όταν μετράμε τι είμαστε, το αποτέλεσμα είναι
η ίδια η αντίληψη μας για τη ζωή.
Σκέψου για λίγο και αποφάσισε αν είσαι
Σκέψου για λίγο και αποφάσισε αν είσαι
πλούσιος η φτωχός
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007
Είναι στη φύση μου...
-Ήταν κάποτε ο Σκορπιός και βρέθηκε
μπροστά σε ένα ποτάμι. Μην μπορώντας
να περάσει απέναντι, αφού δεν ήξερε
κολύμπι κάθισε σκεπτικός στη όχθη
περιμένοντας κάποιον περαστικό μήπως
και τον βοηθήσει.
Είχε αρχίσει να απελπίζεται, όταν άξαφνα
είδε τον Βάτραχο να πλησιάζει. Χωρίς να
χάσει λεπτό ο Σκορπιός τον ρωτά με γλυκιά
λαλιά :"Θα μπορoύσες σε παρακαλώ να με
περάσεις απέναντι; δεν τα καταφέρνω
καθόλου καλά στο κολύμπι".
"Όχι, του αποκρίθηκε ο Βάτραχος", χωρίς
δεύτερη σκέψη."Γιατί καθώς εγώ θα κολυμπώ
με την πλάτη μου εκτεθειμένη εσύ θα βρεις την
ευκαιρία να με τσιμπήσεις με το κεντρί σου με
αποτέλεσμα να με παρασύρεις και εμένα στον
υγρό τάφο μαζί σου."
... Ο Σκορπιός σκέφτηκε πως χρειαζόταν κάτι
πιο πειστικό απο την όμορφη λαλιά, για να
καταφέρει το Βάτραχο να δεχθεί την πρόταση
του. "Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό" του είπε ,
"γιατί δεν έχω καμία διάθεση να πνιγώ και εγώ.
Γνωρίζω πως δύσκολα θα σε πείσω, μα σκέψου
πως αν δεν με ένοιαζε να πεθάνω θα δοκίμαζα να
περάσω το ποτάμι και χωρίς εσένα"
Ο Βάτραχος θεώρησε πως ο Σκορπιός όσο ύπουλος
και αν είναι στην προκειμένη περίπτωση έχει δίκιο
και έτσι δέχθηκε να τον περάσει στην αντίπερα όχθη.
Στα μισά της διαδρομής όμως και ενώ ο Βάτραχος
αγκομαχούσε με το βάρος του στην πλάτη,
ο Σκορπιός τον τρύπησε με το κεντρί του.
Ο Βάτραχος άρχισε να ζαλίζεται και λίγο πριν
αρχίσει να βυθίζεται στο μοιραίο λήθαργο ρώτησε
τον Σκορπιό:
"Γιατί το έκανες αυτό ανόητε; Είχες
πει πως δε θα με πλήγωνες...
τώρα θα πνιγούμε και οι δύο όπως φοβόμουν"
Κι ο Σκορπιός απάντησε: " Δεν μπορούσα να
κάνω διαφορετικά φίλε μου , ξεχνάς ότι είναι
στη φύση μου."
Ο Βάτραχος πέθανε δηλητηριασμένος και με ένα
μεγάλο γιατί...γιατί να τον ακούσει ενώ ήξερε...
ο δε Σκορπιός, ανήμπορος να κολυμπήσει, πνίγηκε.
Κάποιοι άνθρωποι λοιπόν είναι σαν τον Σκορπιό.
Το έχουν στη φύση τους να πληγώνουν τους
άλλους και όσο όμορφα και αν μας πλησιάσουν ,
το αποτέλεσμα θα είναι ίδιο αν εμείς δεν
προστατέψουμε τους εαυτούς μας.
Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007
Μια υπόσχεση...
Ήταν ένα συνηθισμένο μουντό πρωινό του
Νοέμβρη με τον ήλιο να πασχίζει εις μάτην
να κάνει την εμφάνιση του πίσω απο τα
βαριά σύννεφα του Βρετανικού ουρανού.
Το πυκνό πούσι δυσκόλευε τον γέρο-
σταθμάρχη καθώς αυτός προσπαθούσε
να ξεκλειδώσει το μεγάλο σκουριασμένο λουκέτο
της κεντρικής εισόδου του σιδηροδρομικού
σταθμού. Αφου άνοιξε με αρκετό κόπο την
βαριά συρόμενη καγκελόπορτα ,έβγαλε απο
την τσέπη της σκούρας μπλε καμπαρντίνας του,
που είχε ζώσει όσο καλύτερα μπορούσε για να
προφυλαχτεί απο το τσουχτερό κρύο , το παλίο
ασημένιο ρολόι του που κούρδιζε ανελλειπώς
κάθε βράδυ αρνούμενος να το αποχωρηστεί.
Κειμήλιο ιερό βλέπετε , δώρο απο τον
αδικοχαμένο αδελφό του.
¨-6:30 μουρμούρησε. Άραγε πως να είναι
¨-6:30 μουρμούρησε. Άραγε πως να είναι
σήμερα “ο παλιόφιλος ?”
Γέμισε έναν τσίγκινο κουβά με νερό απο τη
βρυσούλα πλάι στην είσοδο και κατευθύνθηκε
προς το μικρό κουβούκλιο που χρησίμευε ,
κείνα τα χρόνια , ως εκδοτήριο εισητηρίων
για τους θερινούς μήνες και που τώρα το είχε
παραχωρήσει ως στέγη στον μόνιμο μουσαφίρη
του.-Tommy? του φώναξε.Ακόμη κοιμάσαι
παλιοτεμπέλη?και έσκυψε για να γεμίσει με
φρέσκο νερό τη μικρή γούρνα που του είχε
σκαρώσει με σίδερα απο κάποιο παλίο βαγόνι.
Η ησυχία που ακολούθησε τα άλλοτε χαρούμενα
γαβγίσματα του τον ανυσήχησαν και μπήκε γρήγορα
μέσα στο παλιό εκδοτήριο. Ο Tommy κείτονταν
ασαύλευτος στη αγαπημένη του γωνιά. Ο γερό-
σταθμάρχης δεν χρειάστηκε περισσότερο χρόνο
για να καταλάβει πως ο παλίοφιλος του δεν
ήταν πια μαζί του.
Βγήκε έξω περπατώντας με μεγάλη δυσκολία και
κάθησε σε ένα παγκάκι πλάι στις γραμμές. Εκεί
που τον είχε πρωτοσυναντήσει 10 χρόνια πριν.
-Ανάθεμα συλλογήστηκε πέρασαν κιόλας τόσα
χρόνια. Είχε έρθει μαζί με το αφεντικό του ,
κουτάβι ακόμη τότε, με ουρά που ανέμιζε δυναμικά
και γεμάτος ζωντάνια. Θυμόταν πεντακάθαρα ακόμη
και σήμερα το πρόσωπο του παλικαριού με το σκυλί
στο πλάι του να επιβιβάζεται στο τρένο φωρόντας
τη χακί στολή του. Έφευγε όπως και τόσοι άλλοι νέοι
για το Δυτικό Μέτωπο μη γνωρίζοντας τι θα συναντούσε ,
ούτε αν θα γύριζε ποτέ πίσω. Πάντως του είχε
αναγνωρίσει θάρρος και ηθικό σπάνιο για την ηλικία του.
Την ώρα που έκλειναν οι πόρτες του συρμού και καθώς
με δυσκολία προσπαθούσε να εμποδίσει το σκυλί να
ανέβει στο τρένο , του έδωσε μιαν υπόσχεση που στο
γερό- σταθμάρχη ,που βρισκόταν εκεί δίπλα ,είχε
ακουστεί τόσο ψεύτικη , τόσο χαζή...ένα σκυλί είναι
μόνο. -Θα γυρίσω σύντομα Tommy μου , να με
περιμένεις. Το τρένο αναχώρησε και ο ήχος της
μηχανής του μπλεκόταν με τις φωνές των νεαρών
στρατιωτών που αποχαιρετούσαν τους δικούς τους.
Πολλοί απο αυτούς δεν θα γύριζαν ποτέ πίσω.
Ο γερό-σταθμάρχης πήγε και χάιδεψε το κουτάβι.
-Άκουσες Tommy? Του ειπε. Θα γυρίσει σύντομα
άντε τώρα σπίτι και εσύ να τον περιμένεις. Κούνησε
το κεφάλι και πήγε να συνεχίσει τις δουλείες του.
Σύντομα ο σταθμος θα γέμιζε και πάλι επιβάτες
που θα περίμεναν το νέο δρομολόγιο.
Η μέρα πέρασε γρήγορα η έτσι του είχε φανεί τότε
Η μέρα πέρασε γρήγορα η έτσι του είχε φανεί τότε
και όταν κατάκοπος ετοιμαζόταν να κλέισει το σταθμό
είδε το σκυλί να κάθεται ασάλευτο στο ίδιο σημείο και
όσο και αν προσπάθησε να το βγάλει έξω,όσο και αν
το δελέασε με λίγο απο το κολατσίο που του είχε
απομέινει απο το φτωχικό δείπνο του δεν κατάφερε
να το κουνήσει σπιθαμή. Μήτε του επέτρεψε να το πάρει
αγκαλιά για να το βγάλει εκέινος έξω.
Απο εκέινη την ημέρα ο Tommy δεν έφυγε ποτέ απο
Απο εκέινη την ημέρα ο Tommy δεν έφυγε ποτέ απο
τον σταθμό. Έγινε το φιλαράκι του , η παρέα του. Πόσα
και πόσα δεν πέρασαν μαζί στα χρόνια που ακολούθησαν.
Μα κάθε μέρα τριγυρνούσε εκέι πλάι στο παγκάκι
αναμένοντας το αφεντικό του. Κοιτούσε σχολαστικά όλους
τους επιβάτες πού έβγαιναν απο κάθε βαγόνι κουνόντας
δυναμικά την ουρά του όπως τότε. Δεν μπορεί θα γυρνούσε,
του το είχε υποσχεθεί και κάθε που νύχτωνε και παρέμενε
μονάχος τον άκουγε να γρυλίζει σα να καλούσε τον νεαρό
αφέντη όλο παράπονο και αγωνία.
Τώρα που κρατούσε το κουφάρι του φίλου του στα χέρια
και με δάκρυα στα μάτια, κατάλαβε πόσο άδικο είχε τότε
που πίστευε πως ήταν μια χαζή υπόσχεση χωρίς αντίκρυσμα.
Μπορεί να ήταν απλά ένα σκυλί μα πόσα άραγε τον είχε
διδάξει για την αγάπη , για τη δύναμη της πίστης και της
υπομονής. Μα πάνω απο όλα για την ελπίδα.Αυτή που σε
κρατάει ζωντανό και πιστό μέχρι την τελευταία πνοή σου...
Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2007
Νερομπογιές...
Το καλοκαίρι πέρασε και ήρθαν οι βροχές και
χάθηκα στα χρώματα και στις νερομπογιές.
Πάνω στον καμβά της ζωής μου περνάω με
πινέλο όλα όσα σαν δροσερό αγέρι με συντρόφευαν
τη χρονιά που πέρασε και όλα εκείνα που σαν
καταιγίδα ήρθαν να γκρεμίσουν τα αμμόχτιστα
ξωτικόκαστρα που με κόπο σκάρφιζα στη χώρα ονείρων μου.
Μια μεγάλη αβυσσαλέα τάφρος φράζει πια το διάβα
σου προς την νεραιδοχώρα που κάποτε βαδίζαμε
πιασμένοι χέρι –χέρι. Τα πλινθόχτιστα δρομάκια
της θαμμένα σαν μέσα σε ομίχλη σε κρατούν πέρα
μακριά και με εμποδίζουν να δω τη στέψη σου που
σαν άλλοτε λουζόταν στο φως του μεσημβρινού
ολόλαμπρου ήλιου.
Σαν πέσει η νυχτιά δεν είναι πια φεγγαροστολισμένη
και δεν μπορώ ανοίγοντας το ύψος των ματιών μου
να δω την πούλια πολύτιμο φυλαχτό να κρέμει στο λαιμό σου.
Αδειάζω απ΄ τη βαλίτσα μου μια στοίβα αναμνήσεις
και ζωγραφίζω γέφυρες για να ξαναγυρίσεις. Σκαρώνω
άμαξα με κάτσασπρα άτια να σε περιμένει πλάι στο φάρο,
που στέκει εκεί ψηλός και αγέρωχος φωτίζοντας με τις
ακτίδες του τα σκοτεινά σοκάκια . Άστρα που πέφτουν από
τον ουρανό , ένα φράγμα που σπάει κάπου μακριά να
γεμίζει την τάφρο , πράσινο χορτάρι που φυτρώνει
ξανά και κρίνους στολίδια στις επάλξεις.
Νύχτα ξωτικιά με το τάσι του φεγγαριού να φέγγει ξανά.
Δυο φιγούρες που μπλέκονται στα δώματα και γλυκά
τραγούδια να αναβλύζουν από κάθε μεριά της χώρας.
Πλήθος κόσμου μαζεύεται στο παλάτι. Μεγάλη γιορτή θα
ακολουθήσει. Φιέστα θαρρείς για την επιστροφή μια εστεμμένης.
Με νερομπογιές πλάθω και απόψε την Ελπίδα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

