
Η ευτυχία μου , πηγαίνει χέρι χέρι με την καταδίκη μου.
Όχι δεν το συνειδητοποίησα τώρα , το ξέρω χρόνια.
Άτιμο πράγμα να πονάς και να μη μπορείς με τίποτα
να απαλύνεις την τρέλα που σου καίει τα σωθικά.
Η μοναδική λύση ίσως να ήταν η παντελή έλλειψη
συναισθημάτων. Να σταματήσω δηλαδή να αισθάνομαι ,
να κλειδώσω την καρδιά μου σε ένα ψυγείο
και να την συντηρώ εκεί.Έτσι τουλάχιστον δεν θα μαραθεί.
Έτσι δεν θα πονάει.
Μα δεν μπορώ ούτε και θέλω τέτοια μετάλλαξη,
μεγάλο μαζοχιλίκι το ξέρω ,
Έτσι το πρόβλημα παραμένει ένας άλυτος γόρδιος δεσμός.
Οι άνθρωποι φοβούνται όταν τους μιλάω για αγάπη.
Ασφαλώς βέβαια και έχουν μεγάλο δίκιο να φοβούνται.
Πολλοί τους έχουν δώσει μεγάλες υποσχέσεις πριν απο εμένα
και πολλοί απο αυτούς τις αθέτησαν την επόμενη κιόλας μέρα.
Εγώ όμως έχω μόνο αγάπη να δώσω και δεν φοβάμαι να
το φωνάξω σε όποιον με ενδιαφέρει.
Αν και ίσως θα έπρεπε να το φοβόμουν έστω και λίγο.
“Ο φόβος φυλάει τα έρμα” δεν λένε?
Τρέμω όμως ,αυτό που θα επακολουθήσει την
παράτολμη ελεύθερη πτώση μου χωρίς δίχτυ προστασίας.
Ο πόνος που ακολουθεί αυτή μου την έκφραση των
τόσων συναισθημάτων πού με ξεχειλίζουν δεν περιγράφεται.
Βλέπετε δεν κρατάω καμία πισινή. Δεν μασάω ποτέ τα
λόγια μου και τρομάζω τον κόσμο.
Έχω και αυτό το χάρισμα χαχα.
Το τραγούδι που μου ταιριάζει αυτή τη στιγμή?
Το” Γενέθλεια” του Σφακιανάκη. Ας το βάλω λοιπόν….
Στα μονοπάτια του καημού
στη γέφυρα του στεναγμού μ' έκαν' η μάνα μου
Μια φθινοπωρινή βραδιά,
ζωή την κρύα σου καρδιά είδαν τα μάτια μου
Με κουδουνίστρες πλαστικές όμορφες και χρωματιστές
με νανουρίζανε Και τα ματάκια τα μικρά
είδαν του κόσμου τ' αγαθά και συμφωνήσανε
Ήταν το γάλα μου πικρό
και το νεράκι μου γλυφό που με μεγάλωνε
Κι απέναντι στη κούνια μου,
η μοίρα η κακούργα μου και με καμάρωνε
Ήταν το κλάμα μου μουντό σαν κάτι να 'θελα να πω,
μα δεν με νιώσανε Μια λυπημένη αναπνοή
για την πουτάνα τη ζωή που μου χρεώσανε
Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
δεν με ρωτήσανε ζωή, μα σε συνήθισα
Σαν πληγωμένο αετόπουλο στο χώμα,
ψάχνω τη δύναμη να κρατηθώ ακόμα
Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα,
άλλα μου δείξανε και άλλα εγώ αντίκρισα
Θεέ μου κι ας ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω
και του θανάτου μου γενέθλια να κάνω
Πάνω σε λάσπες και καρφιά
στ' άδικου κόσμου τη φωτιά πρωτοπερπάτησα
Ισορροπία σταθερή για να προλάβω τη ζωή,
όμως την πάτησα
Μονό το "α" και το "χ"στη σχολική μου εποχή
πρωτοσυλλάβισα
Γι αυτό το "αχ" και το "γιατί"
όπου βρεθώ μ' ακολουθεί κι ας τριαντάρισα
Έτσι περνούσε ο καιρός
και γω στο δρόμο μου σκυφτός έκανα όνειρα
Έτυχε να 'μαι απ' αυτούς που κολυμπάνε
στους αφρούς και στα λασπόνερα
Στάζει το αίμα της ψυχής,
σαν τις σταγόνες της βροχής
όμως ποιος νοιάζεται
Και την αόρατη πληγή
που μέσα μου αιμορραγεί
ποιος την μοιράζεται
Έτσι ξεκίνησα λοιπόν...