Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατι απο εμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατι απο εμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπης Θάμα...

























Ξάφνου στο αγόρι έγιναν όλα ξεκάθαρα, η φωνή
στο μυαλό του, του είχε πει τι έπρεπε να κάνει.  Έφυγε
αστραπιαία από το παρατηρητήριο και στο δρόμο πέταξε
το περιτύλιγμα σε ένα καλαθάκι, όπως θα έκανε και
ο Δημήτρης, άλλωστε. Σταμάτησε σε ένα ξύλινο τηλεφωνικό
θάλαμο που είχαν στυλώσει στο περιθώριο του Χο-Τσιν Μινχ,
μοναδική παραφωνία στον κόσμο που είχαν πλάσει για το
παιχνίδι τους. “Που ακούστηκε ζούγκλα με τηλεφωνικό 
θάλαμο;” θυμήθηκε την αντίδρασή του προς τον φίλο του 
γελώντας και έβγαλε ένα κέρμα από την εσωτερική, 
αυτοσχέδια, τσέπη  που είχε καμώσει στο σορτσάκι του. 
Έκανε στα γρήγορα ένα τηλεφώνημα και κίνησε αμέσως 
για το σπίτι.

Την ώρα που έφθασε, με τον ιδρώτα να στάζει και ανάσα
 βαριά από το τρέξιμο, το αυτοκίνητο του πατέρα του ήταν
ήδη εκεί. “Ευτυχώς γύρισε νωρίτερα. Ίσως και να προλάβω”
μονολόγησε. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς το
ευρύχωρο σαλόνι στα αριστερά του, απ’ όπου άκουγε
αγωνιώδεις ομιλίες. Μόλις οι γονείς του αντίκρισαν το παιδί
έτρεξαν και το πήραν στην αγκαλιά τους. Το αγόρι ξεγλίστρησε
από τα χέρια τους και, καθώς το βλέμμα του συνάντησε
εκείνο του πατέρα του, κατάλαβε μεμιάς πως είχε ήδη μάθει
τα μαντάτα.

Δίχως να χάσει στιγμή και χωρίς να δώσει την παραμικρή
εξήγηση για το πού βρισκόταν εδώ και τόσες ώρες, ζήτησε
σοβαρά  από τον εμβρόντητο πατέρα  του να τον πάει στο
νοσοκομείο να δει τον Δημήτρη. Του είπε επίσης ότι πριν λίγο
είχε μιλήσει με την μητέρα του Δημήτρη και είχε πάρει ήδη τη
συγκατάθεσή της. Ο πατέρας του που ήταν ιδιαίτερα αυστηρός
και συνήθως απόλυτος στις απόψεις του, πείστηκε ιδιαίτερα
εύκολα τούτη τη φορά χωρίς να αραδιάσει καν τις πολλές και
εύλογες ενστάσεις που περίμενε στωικά να ακούσει.

Μα πώς θα μπορούσε να του είχε αρνηθεί;  Στα μάτια του 
γιού του, καθώς εκείνος τον κοιτούσε σταθερά και αγέρωχα, 
δέσποζε η σπίθα ενός ανθρώπου που δεν παρακαλούσε, μήτε 
ικέτευε. Το παιδί  φάνταζε, στα μάτια του πατέρα του, να είχε 
απόλυτη σύνεση των όσων ζητούσε. Βέβαια, απόρησε μέσα του, 
καθώς επιβιβαζόταν με το παιδί στο αυτοκίνητο, πώς η   
ευλογημένη η μάνα του Δημήτρη είχε επιτρέψει σε ένα μικρό 
αγόρι να μπει στην εντατική και μάλιστα να αντικρίσει έναν   
άνθρωπο ετοιμοθάνατο, μα αυτό μικρή σημασία είχε πια.

Στο δρόμο για το νοσοκομείο σκεφτόταν όσα του είχε πει
η γυναίκα του για την κατάσταση του παιδιού. Οι γιατροί, 
έπειτα από μια πολύωρη επέμβαση που διήρκησε ολάκερο 
το πρωινό, είχαν αποφανθεί ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα και 
ότι την αυγή της επόμενης ημέρας θα του αφαιρούσαν τα 
μηχανήματα υποστήριξης αφού πρώτα τον είχαν επισκεφτεί 
όλοι οι συγγενείς. Πόσο μακάβριο φάνταζε στο μυαλό του όλο 
αυτό. Σε ολόκληρη τη διαδρομή για το νοσοκομείο ο μικρός 
καθόταν ακίνητος στη θέση του συνοδηγού δίπλα του. Δεν είχε 
ρωτήσει τίποτα σχετικά με τον Δημήτρη, όπως θα περίμενε 
ο πατέρας του, μα αρκούνταν με μάτια σφαλιστά να σιγοψιθυρίζει 
λόγια παράξενα. Δεν τόλμησε να τον ρωτήσει καν τί ακριβώς έκανε.

Φθάνοντας στο νοσοκομείο και ανεβαίνοντας στον τέταρτο όροφο
που βρισκόταν η εντατική, ο πατέρας του άφησε το κορμί του να
πέσει βαριά σε μια σκουρόχρωμη καρέκλα της αίθουσας αναμονής,
παρατηρώντας το γιό του να μπαίνει στο δωμάτιο της εντατικής
και το φάντασμα που κάποτε ήταν η μητέρα του Δημήτρη να
κλείνει πίσω της την μεγάλη μεταλλική πόρτα.

Το κρεβάτι που είχαν ξαπλώσει τον Δημήτρη ήταν στριμωγμένο
ανάμεσα σε παράξενα μηχανήματα που έβγαζαν διαφορετικούς
θορύβους το καθένα. Αυτός ήταν σκεπασμένος μέχρι τη μέση με
ένα σεντόνι και τον είχαν ντύσει στα λευκά. Το κεφαλάκι του ήταν
ασφυκτικά τυλιγμένο με γάζες και το κορμάκι του γεμάτο 
πολύχρωμα σωληνάκια. Οι γονείς του, αφού αγκάλιασαν σιωπηλά 
το αγόρι, πήραν πάλι τη θέση τους στο προσκεφάλι του. Σαν ο μικρός,
σπάζοντας τη σιωπή, ζήτησε ψιθυριστά να τον αφήσουν λίγο μόνο
του με τον Δημήτρη, εκείνοι απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλήσουν.

Όταν το παιδί έφυγε από το δωμάτιο ήταν σα λευκό πανί.
Ο πατέρας του το πήρε αγκαλιά χωρίς να το ρωτήσει τι
είχε αντικρίσει στην εντατική, αν είχε μιλήσει στο Δημήτρη
και αν το ετοιμοθάνατο αγόρι του είχε αποκριθεί. Τι νόημα
θα είχε; Ήξερε πως το παιδί δεν είχε επαφή με το περιβάλλον.
Ήταν ένας ζωντανός νεκρός.

Αυτά που ακολούθησαν την επόμενη μέρα μόνο ως θαύμα
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο
και το σήκωσε η μητέρα του ακούγοντας τη σπασμένη φωνή στην
άλλη γραμμή είχε υποθέσει το αυτονόητο. Ο μικρός είχε φύγει
από τη ζωή. Μα όχι! Δεν είχε συμβεί αυτό. Το παιδί  είχε ξυπνήσει!
Λίγη ώρα μετά από την επίσκεψη του γιου της τα μηχανήματα
άρχισαν να δραστηριοποιούνται γεμίζοντας με φωτεινές ενδείξεις.
Φώναξαν αμέσως τον γιατρό μα αυτός κουνώντας απαισιόδοξα το
κεφάλι κάλεσε τον  τεχνικό του νοσοκομείου να ελέγξει τα 
μηχανήματα. Τόση ήταν η σιγουριά του πως το παιδί δεν υπήρχε 
περίπτωση να επανέλθει. Μα όταν ο έλεγχος ολοκληρώθηκε και τα 
μηχανήματα επέμεναν στις ίδιες, ιατρικά ακατανόητες, ενδείξεις, ο 
μικρός ταλαντεύτηκε και  άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ένα θαύμα
το δίχως άλλο!

Την ημέρα εκείνη ο Δημήτρης ήταν πολύ καλύτερα, δεν θυμόταν
βέβαια τι είχε συμβεί στο ατύχημα, μα αναγνώριζε  πρόσωπα και
είπε μάλιστα και τα ονόματα τους. Όλη η οικογένεια  ετοιμάστηκε
να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Κανένας τους μέχρι εκείνη τη
στιγμή δεν πίστευε στα θαύματα. Ούτε καν το ίδιο το αγόρι, που
από κανενός το μυαλό δεν το έβγαζες, ότι σε εκείνο οφειλόταν
το απερίγραπτο θαύμα που είχε συμβεί!

Αυτή η φωνή, ακόμα ακούγεται στο μυαλό του. Ο Θεός άραγε;
Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Ίσως αυτό το αγόρι να τον βρήκε…


Whitelighter

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Θανάτου πλεύρισμα...

























Το ακουστικό της έπεσε ασυναίσθητα από
τα χέρια, καθώς άκουσε τoν τσιριχτό ήχο 
της πόρτας του σπιτιού που άνοιγε.
H χαρούμενη φωνή του γιού της γέμισε
άξαφνα το δωμάτιο τραγουδώντας άτεχνα,
μα πολύ ζωηρά, κάποιο αγαπημένο του σκοπό. 
Σήκωσε όπως, όπως τη συσκευή που ταλαντευόταν,
σα χαλασμένο εκκρεμές, και προσπάθησε να στρέψει
το πιο ανάλαφρό της χαμόγελο προς το αγόρι, ενώ
η τρεμάμενη φωνή από την απέναντι γραμμή
συνέχιζε να της εξιστορεί τα μαντάτα.

Το παιδί κοίταξε με έκπληξη τη μητέρα του, έχοντας
ακόμη περασμένη στον ώμο την παρδαλή σχολική
του τσάντα. Το κακοζωγραφισμένο μειδίαμα στα
χείλη της δεν το είχε πείσει διόλου και μια ασυναίσθητη
φωνή μέσα του κραύγαζε πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί.
Με μάτια γεμάτα δάκρυα, έκλεισε το τηλέφωνο και σε
μια στιγμή που της φάνηκε αιώνας ολάκερος, γύρισε
και αντίκρισε το ηλιοκαμένο σγουρομάλλικο αγόρι της,
ψελλίζοντας: “Ο Δημήτρης…”

Πως στην ευχή θα μπορούσε άραγε να πει στον
ενδεκάχρονο γιό της ότι ο καλύτερος του φίλος,
το παιδί που κάθε μέρα παίζανε ανέμελα στις αλάνες,  
βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στην εντατική του
νοσοκομείου; Νωρίτερα, κάποιος ασυνείδητος οδηγός το
είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητό του εκσφενδονίζοντας το
κορμάκι του μέτρα μακριά, για να πέσει με το κεφάλι,
σφαδάζοντας, στην άσφαλτο. Πού θα έβρισκε τη δύναμη να
του πει πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ; “Ο Δημήτρης
παιδί μου. Χτύπησε άσχημα είναι στο νοσοκομείο…”

Τα ματάκια του σκοτείνιασαν και ένας χείμαρρος
από δάκρυα το πλημμύρισαν, ενώ αναφιλητά και
λυγμοί έβγαιναν από τα σωθικά του. “Μαμά;”...
“Πώς;”...Θα γίνει καλά έτσι;” Μέσα του όμως βαθιά
ήξερε πως ο φίλος του θα χανόταν για πάντα. Βγήκε
έξω από το σπίτι τρέχοντας. Μάταια η μητέρα του
τον φώναζε να γυρίσει πίσω.

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε μόλις ακούσει. 

Περιέργως, βέβαια, ο Δημήτρης δεν είχε εμφανισθεί στο 
σχολείο εκείνο το πρωινό και δεν θυμόταν να του είχε 
αναφέρει ότι θα απουσίαζε, μα γιατί να πάει ο νους του 
στο κακό; Όχι δεν ήταν δυνατόν να χαθεί το παιδί αυτό. 
Ο φίλος του που τα Σαββατόβραδα χάζευαν αγκαλιά με 
αχνιστά ποπ-κορν ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου. 
“Πρόσεχε, μας κυνηγάει η μούμια” του είχε πει ξαφνικά 
μια τέτοια βραδιά και είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Χωρίς να σκεφτεί καν που πήγαινε κατευθύνθηκε
προς το μονοπάτι του -Χο-Τσιν Μινχ- , έτσι είχαν
ονομάσει με τον Δημήτρη ένα δρομάκι που
περνούσε δίπλα από το σχολειό τους και οδηγούσε
σε ένα μικρό ξέφωτο όπου εκεί σε ένα μεγάλο πεύκο
είχαν φτιάξει το παρατηρητήριό τους. -Παρατηρητήριο
Βιετκόνγκ- όπως το είχαν βαφτίσει πριν μια εβδομάδα
με περισσή περηφάνεια.

Δεν ήταν βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μια πρόχειρη 
ξύλινη πλατφόρμα στηριγμένη στα κλαδιά του γέρικου
δέντρου και ενισχυμένη με μεγάλες σκουριασμένες
πρόκες που είχαν βρει σε μια οικοδομή λίγα τετράγωνα
πέρα απο το ξέφωτο. Μα για δύο ενδεκάχρονα  παιδιά 
φάνταζε τεχνούργημα άξιο μεγάλης τελετής.

Με το χαμόγελο του Δημήτρη βαθιά χαραγμένο
στο πρόσωπο του και πλημμυρισμένος με δάκρυα,
σκαρφάλωσε στο δέντρο και κάθισε οκλαδόν στα
ξύλινα σανίδια. Κρατούσε στο χέρι του ένα εμπριμέ
τσαλακωμένο περιτύλιγμα από τσιχλόφουσκα, με
γεύση λεμόνι, που είχε βρει στο δρομάκι καθώς
ερχόταν. Ήταν η αγαπημένη του Δημήτρη και
έβαζε στοίχημα πως αυτός το είχε πετάξει λίγες
μέρες πριν, μπορεί και εχθές, που είχαν έρθει 
και κατέστρωναν -σχέδια μάχης- με τις ώρες 
καθισμένοι στη άκρη της πλατφόρμας, κουνώντας 
ανέμελα τα πόδια τους.

Ο Δημήτρης δεν πετούσε ποτέ χαρτάκια στο δρόμο,
πάντα φρόντιζε να μη ρυπαίνει το περιβάλλον και το
πιθανότερο ήταν να έχωνε το περιτύλιγμα στην τσέπη
του αφού έβαζε την τσίχλα του στο στόμα. Μα αυτή τη
φορά κάτι τον είχε ωθήσει να το πετάξει. “Ίσως για να
το βρω εγώ τώρα” σκέφτηκε και ανασκίρτησε. Σαν
να ήξερε τι θα συνέβαινε, σα να είχε διαισθανθεί πως
ο φίλος του θα ερχόταν μόνος του την άλλη μέρα στο
παρατηρητήριο και θα την έβρισκε.

“Μην είσαι ανόητος”, είπε στον εαυτό του, “Δεν
είναι  δυνατόν να το ήξερε”. Μα τί θα μπορούσε
πράγματι να φανεί λογικό και τι παράλογο στο
μυαλό του; Πέρα μακριά, ακούγονταν οι φωνές
των παιδιών που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους
στις αλάνες. Εύθυμες φωνές, γέλια και ανάσες
λαχανιασμένες  όπως έκαναν πάντα και αυτός με
το Δημήτρη.

Ακόμη σκεφτόταν εκείνο το χαμόγελο του, την ώρα
 
που έκανε τα -επίσημα εγκαίνια- του Παρατηρητηρίου
Βιετκόνγκ, όταν άξαφνα άκουσε μέσα του μια φωνή.
Δεν ήταν η σκέψη του, όσο τρελό και αν ακούγεται,
δεν ήταν - το ήξερε καλά!. 

“Να έχεις πίστη”. Να έχω πίστησε τι; αναρωτήθηκε στο 
μυαλό του. “Πρόσεχε μας κυνηγά η μούμια!” είπε η φωνή. 
Το παιδί σάστισε προς στιγμή. Έτριψε τα κατακόκκινα 
μάτια του προσπαθώντας να συνέλθει. Μα δεν μπορούσε 
να βγάλει από το μυαλό του τη φωνή, που δεν ήταν 
δικιά του, δεν ήταν!

“Πως να το κάνω αυτό; Πες μου σε παρακαλώ” μονολόγησε.
 Καμμία απάντηση από τη φωνή. “Πες μου σε παρακαλώ,
 μη με εγκαταλείπεις τώρα”. Πάλι καμμία απάντηση.
“Να προσευχηθώ μήπως;” και πάνω που είχε αρχίσει
να απογοητεύεται η φωνή απάντησε. ”Προσεύχεσαι ήδη…”

(Συνεχίζεται...) 


Whitelighter

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Love is like Magic...























Love is like magic
and it always will be.
For love still remains
life's sweet mystery.

Love works in ways
that are wonderous and strange
and there's nothing in life
that love cannot change.

Love can transform
the uggliest face
into beauty and splendor
into sweetness and grace.

Love is unselfish,
understanding and kind,
for it sees with its heart
and not with its mind.

Love is the answer
that everyone seeks
Love is the language,
that every heart speaks.

Love can't be bought,
it is priceless and free.
Love, like pure magic,
is life's sweet mystery…

Whitelighter

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Signs...



Σε τούτο το βραχύ και δύσβατο μονοπάτι που
αποκαλούμε ζωή, συναντούμε ανθρώπους,
οι οποίοι, με το δικό τους μοναδικό τρόπο,
σημαδεύουν αλλά και σηματοδοτούν την ίδια
μας την ύπαρξη.

Οι άνθρωποι αυτοί διασταυρώνουν την πορεία
τους με τη δικιά μας :

Για κάποιο λόγο
,

Για μιά περίοδο,

Για
ολάκερη τη ζωή μας.

Όταν κάποτε βρεθεί στο δρόμο μας ένας άνθρωπος
για κάποιο λόγο, γίνεται συνήθως για να καλύψουμε
κάποια ανάγκη που έχουμε εκφράσει.

Ο λόγος για τον οποίο βρίσκεται εδώ είναι για να
μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε δυσκολίες που μας
βασανίζουν, να μας συμβουλέψει και να μας
παρέχει υποστήριξη σωματική, συναισθηματική
ή ακόμη και πνευματική. Μοιάζει σαν θεόσταλτο
δώρο και είναι το δίχως άλλο.

Είναι στο πλάι μας για το λόγο που τον χρειαζόμαστε.
Όταν η ανάγκη αυτή ικανοποιηθεί και χωρίς να
έχουμε κάνει κάτι άσχημο, σε χρόνο ανύποπτο,
το άτομο αυτό θα πει ή θα κάνει κάτι για να οδηγήσει
αυτή τη σχέση στο τέλος της. 'Αλλοτε πεθαίνει, άλλοτε
φεύγει μακριά. Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι, μας
αναγκάζει να αντιδράσουμε και να προσπαθήσουμε
να απελευθερωθούμε απο αυτόν.

Αυτό που θα πρέπει να κατανοήσουμε είναι πως η
επιθυμία μας ολοκληρώθηκε, η ανάγκη καλύφθηκε
και η δουλειά του έχει έρθει σε πέρας.
Η προσευχή μας εισακούσθηκε και έχει φθάσει
η ώρα να κοιτάξουμε μπροστά.

Σαν συναντήσουμε έναν άνθρωπο που έχει έρθει
στη ζωή μας για μια περίοδο, αυτό συμβαίνει
επειδή έχει έρθει η ώρα να μοιραστούμε,
να ωριμάσουμε ή να διδαχτούμε.

Βρίσκεται πλάι μας για να γνωρίσουμε την γαλήνη,
να μας κάνει να γελάσουμε ακόμη και να μας μάθει
κάτι που δεν τολμήσαμε ποτέ.

Συνήθως αυτό που έχει να μας προσφέρει είναι
απίστευτες στιγμές χαράς. Πιστέψτε το είναι αληθινό,
μα μόνο για μια περίοδο. Θα φύγει και εκείνος με τη
σειρά του σαν το έργο του ολοκληρωθεί.

Ο άνθρωπος που θα έρθει δίπλα μας για πάντα,
είναι για να μας δώσει μαθήματα ζωής, να μας
διδάξει όλα όσα χρειαζόμαστε για να χτίσουμε ένα
οικοδόμημα στέρεο με τόσο γερά θεμέλια που θα
αντέχει ακόμη και όταν εμείς δεν θα ζούμε πιά.

Εμείς θα πρέπει να αποδεχθούμε αυτό το μάθημα,
να αγαπήσουμε αυτό το άτομο και να εκμεταλευτούμε
τα όσα μάθαμε χρησιμοποιώντας τα σε κάθε σχέση και
κάθε στιγμή της ζωής μας....

Έιναι άνθρωποι τόσο ξεχωριστοί και τόσο σπάνιοι,
μα αφήνουν σημάδια για εμάς.

Όταν λοιπόν αναγνωρίσουμε τα σημάδια αυτά,
τότε θα ξέρουμε....

"It is said that love is blind
but friendship is clairvoyant"


Whitelighter

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2007

Αγκάθια...




-Γιατί μαμά τα τριαντάφυλλα έχουν αγκάθια;

-Γιατί ματάκια μου, πρέπει να προστατέψουν την

ομορφιά τους απο κάθε τι θα μπορούσε
να τα βλάψει.

-Μα μαμά, μόνο τους ανθρώπους βλέπω να τα

κόβουν και τα τοποθετούν σε μεγάλα κρυστάλινα
βάζα για να ομορφαίνουν το τραπέζι του
σπιτιού τους.

-Ναι καρδούλα μου , από αυτό ακριβώς προσπαθούν
να προστατευτούν. Η θέση τους δεν είναι στα

τραπέζια, μα στον κάμπο εκέι που ελεύθερα τη
μοιράζουν σε όσους αξίζει να τη δουν...

"The rose has thorns only for those who

would gather it."

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Ψεγάδια...



Η ομορφιά κρύβεται στα καθημερινά ψεγάδια της.
Στις μικρές ή μεγάλες ατέλειες που ανακαλύπτουμε,
κάτι αγουροξυπνημένα πρωινά μπροστά στον καθρέπτη.

Στα "λάθη" που με ευκολία καταλογίζουμε στη φύση.
Σε κάθε τι που ευχαρίστως θα αλλοιώναμε πάνω μας.
Σε όλα όσα προσευχόμαστε να ήσαν διαφορετικά ,
μα "ο άσπλαχνος Θεός" αρνήθηκε να μας δώσει.

Γιατί όλα τα παραπάνω μας κάνουν ανθρώπους,
αληθινούς και ζωντανούς. Όλα αυτά μας κάνουν
να ξεχωρίζουμε απο τις πλαστικές κούκλες που
εκθέτουν άψυχα τον ευατό τους μέσα απο μια
βιτρίνα.

Γιατί Αυτός τα πάντα με σοφία εποίησε και μας έδωσε
το ποιό όμορφο δώρο, μας έκανε μοναδικούς σπάζοντας
κάθε καλούπι και η πραγματική ομορφιά δεν μπαίνει σε
καλούπια... είναι μοναδική!

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

΄Εννοια σας...


Η μοναδική φλόγα που δεν σβήνει ποτέ,
είναι αυτή μέσα στην καρδιά των ανθρώπων,
μέσα στην ψυχή των Ελλήνων.

Για όσους απο εσάς ελησμόνησαν ,
για όσους νομίζετε πως καταφέρατε να
ξεκάνετε την πατρίδα μας,
ένα θα σας πω μονάχα:

...Κάψατε τα δάση μας ,
μα σας ξέφυγαν οι ρίζες.
Θα φυτέψουμε ξανά!

...Κάψατε τα σπίτια μας ,
μα όχι και τα θεμέλια.
Θα ξαναχτίσουμε!

Μπορείτε να μας υποτιμήσετε
όσο θέλετε. Προς όφελος μας
είναι.

"Δεν πολεμούν οι Έλληνες σαν ήρωες,
μα οι ήρωες σαν Έλληνες!"

Έννοια σας λοιπόν και εμείς θα
μπορέσουμε να γεννηθούμε ξανά
μέσα απο τις στάχτες μας.

Έννοια σας και θα μας βρείτε
ξανά μπροστά σας.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007

Ήρωας



Με περισσή περηφάνια κοιτούσε τη φιγούρα του
αγαπημένου του ήρωα που μόλις είχε αποτυπώσει
στο χαρτί. Επιστρατεύοντας όλη του την τέχνη είχε
σχεδιάσει μια καρικατούρα που ελάχιστα έμοιαζε
με τη μορφή που πρόβαλε στο εξώφυλλο του παλιού
Comic album, το οποίο είχε πρόσφατα ανασύρει
από το αραχνιασμένο και σχεδόν ξεχασμένο
υπόγειο του σπιτιού του.

Από παιδί θυμόταν τον εαυτό του να περνάει ώρες
αμέτρητες διαβάζοντας τις περιπέτειες των
ανυπέρβλητων “Τιμωρών του Κακού” που κάποιος
ευφάνταστος δημιουργός είχε σκαρφιστεί με μολύβι
και πολύχρωμα παστέλ.

Στην καρδιά του υπήρχε ανέκαθεν περίοπτη θέση
για αυτούς τους χάρτινους προστάτες της
ανθρωπότητας που, μέσα από τις ιστορίες τους ,
τον μπόλιασαν με τη δύναμη να αντέχει
… λίγο περισσότερο.

Κάθε λεζάντα που πλαισίωνε τις μορφές των
ηρώων του , κάθε σελίδα των ασπρόμαυρων
και αργότερα έγχρωμων περιοδικών που πέρασαν
από τα χέρια του ήταν γεμάτη με πολύτιμα
μηνύματα που τόσο απλά και εύγλωττα τον δίδαξαν
την έννοια της δύναμης και την ευθύνη που αυτή
προκαλεί. “To ότι έχεις τη δύναμη να τσακίσεις
κάποιον αυτό δεν σου δίνει και το δικαίωμα να
το πράξεις”… θυμάται ακόμα και σήμερα.

Ξεφυλλίζοντας το παλιό και αλλοιωμένο από τον
χρόνο Comic του, το βλέμμα του καρφώθηκε ,
βυθίστηκε θαρρείς , σε μια εικόνα. Μία πλατεία
γεμάτη ανθρώπους να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό
αποθεώνοντας τον ήρωα τους. “Πόσο ανάγκη
έχουμε αλήθεια από έναν από μηχανής θεό”
αναφώνησε.

Μα το πιο σημαντικό μάθημα που πήρε ήταν πως
μέσα από αυτούς τους τεχνητούς μαχητές της
ανθρώπινης φαντασίας αναδυόταν ένας
πραγματικός ήρωας. Αυτός που με τόση πονηριά
προσπαθούσαν να του αποκρύψουν. Ένας ήρως
που βρισκόταν μέσα του. Ό ίδιος του ο εαυτός.

Οι ήρωες των Comic του έδωσαν πολύ περισσότερα
από όσα θα μπορούσε ακόμη και ο ίδιος να φανταστεί.
Διαχώρισαν την έννοια του “καλού” και του “κακού”,
του έδειξαν τον δρόμο της αρετής και την ανάγκη
να βοηθάς όσους σε χρειάζονται. Πάνω από όλα
όμως του δημιούργησαν ένα πρότυπο που ακολουθώντας
το έζησε μια ζωή που τώρα πια ,στα βαθιά του γεράματα ,
τον γέμιζε με περηφάνια και νοσταλγία. Ένα πρότυπο
που το δίχως άλλο ήταν ο ήρωας μέσα του…

Όλοι κρύβουμε μέσα μας το δικό μας ήρωα. Θα τον βρείτε
τις στιγμές εκείνες που παίρνετε μια πολύ δύσκολη ,πλην
όμως σωστή απόφαση. Μα κυρίως τότε που στέκεστε
όρθιοι έχοντας κάνει μια λάθος επιλογή

Τρίτη 10 Απριλίου 2007

Ήρεμη Δύναμη.


Όπως ο Φοίνικας , το πουλί της φωτιάς ,
γεννιέται ξανά από τις ίδιες του τις στάχτες ,
έτσι και εκείνη βίωνε για πρώτη φορά την
δύναμη της αναγέννησης να την κατακλύζει.
Το άλλοτε φοβισμένο κοριτσάκι βρισκόταν
τώρα στο γραφείο του ορθώνοντας για πρώτη
φορά το ανάστημα της και με βλέμμα αγέρωχο
ερχόταν αντιμέτωπη χωρίς ίχνος δειλίας με
την αλαζονεία του ανθρώπου που την είχε
φέρει στα πρόθυρα της τρέλας.

Με ψέματα υπέροχα τυλιγμένα σε υφαντό μετάξι ,
σμιλεμένο θαρρείς αέρινα με το αδράχτι της
υποκρισίας του, την οδηγούσε σε μονοπάτια τόσο
όμορφα φτιασμένα και τόσο ευκολοδιάβατα που
φάνταζαν τόσο ονειρικά στα αθώα της μάτια ώστε
αρνούνταν να ακούσει τη φωνή της διαίσθησης σαν
αυτή της φώναζε σε κάθε ολοφάνερο ολίσθημα του.

Ότι όμως λάμπει δεν είναι χρυσός και σε μια και
μόνο στιγμή ,τα πλινθόκτιστα λουλουδένια μονοπάτια
γίνηκαν αδιέξοδα με απόκρημνους γκρεμούς και
κοφτερά βράχια που πλήγιαζαν την ψυχή της ,κάθε
που απεγνωσμένα πάλευε διέξοδο να βρει.

Μα ο θρίαμβος του δεν κράτησε πολύ. Είχε υποτιμήσει
την αντίπαλο του και τώρα είχε έρθει η ώρα του δικού
του Βατερλώ. Απέναντι του στέκονταν μια τελείως
διαφορετική γυναίκα , σίγουρη για τον εαυτό της ,
δυνατή μα συνάμα και τόσο γαλήνια που τον τρόμαζε .
Τα μάτια του απέφευγαν εσκεμμένα κάθε της βλέμμα
και με το κεφάλι σκυφτό άκουγε ανήμπορος να
αντιδράσει τον πύρινο και τόσο σταθερό λόγο της
να διαλύει την περηφάνια του.

Στα λόγια της ο φόβος, που κάποτε την πλημμύριζε
και που την οδηγούσε να δέχεται ακόμα και τον
εξευτελισμό της ζητώντας συγγνώμη, είχε
αντικατασταθεί από οίκτο για το ανδρείκελο που
χωρίς ίχνος κομπασμού πια σωριαζόταν μπροστά της.

-Δεν αξίζεις ούτε καν να σε λυπούνται…
Είπε τελειώνοντας και έφυγε αεράτα από το γραφείο
κλείνοντας της πόρτα μαλακά πίσω της.

Ξάφνου η ζωή της αποκτούσε και πάλι νόημα
και το σημαντικότερο από όλα ήταν ότι πλέον
έβλεπε ξεκάθαρα την αιτία αυτής της αλλαγής.
Η καρδιά της επιτέλους πλημμύριζε από την
ενέργεια και την ανυπόκριτη αγάπη ενός νέου
προσώπου που μπήκε στη ζωή της σε χρόνο νεκρό
και δεν δίστασε να δει σε αυτήν όσα οι άλλοι
προσπαθούσαν πεισματικά να της αποκρύψουν.


Ένας φοίνικας αναγεννήθηκε μέσα της. Μια ήρεμη
δύναμη την κατέκλυσε και για πρώτη φορά στη ζωή
της ένοιωσε την απόλυτη γαλήνη.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007

Φάλτσα Μενεξεδιά


Δεν τη βρίσκω την άκρη, πουθενά και πες
μου τι να κάνω, έχω γεμίσει ασφυκτικά
με καπνό το δωμάτιο ως απάνω δοκιμάζοντας
και απόψε την αντοχή των πνευμόνων μου.

Ο χρόνος μου γελάει σαν παιδί που γερνάει.
Η αγάπη γλιστράει μέσα από τα χέρια μου
όπως ο αφρός στα δάχτυλα του ναύτη και γω
μένω μετέωρος , έρμαιο στις διαθέσεις των
ανθρώπων που με περιτριγυρίζουν και με
χρησιμοποιούν όπως και όποτε αυτοί θέλουν.

Απομυζούν απο μέσα μου όσα έχει ανάγκη το
εγώ τους και μετά με αφήνουν σαν στυμμένη
λεμονόκουπα να απορώ πως κατάφερα πάλι να
διαλύσω τον εαυτό μου σε άπειρα μικροσκοπικά
γυάλινα κομμάτια.

Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν τα μισά του διάβα
μου σε αυτή τη ζωή , προσπαθώ και πάλι να
κολλήσω αυτά τα κομμάτια και να ξανασχηματίσω
το είδωλο μου προβάροντας τις καινούργιες
ανεξίτηλες ρωγμές που αποκόμισα ,νοιώθοντας
οίκτο για τη φιγούρα που ξεπροβάλλει στον
καθρέπτη.

Τριάντα χρόνια γίναν όλα πλαστικά , μαστίχα έγινε το
σώμα μου , σιρόπι τα ιδανικά και όλα αυτά τα λόγια
που κατά καιρούς έχω ακούσει για το πόσα οφείλω
στο εαυτό μου ,γίνηκαν σκόνη και στάχτη να τα
παρασέρνει ο βοριάς.

Νοιώθω σα να ψαρεύω ψάρια στα βουνά , σα
να ψυχορραγώ στην άσφαλτο για το άδικο
δοκιμάζοντας την τελική ταχύτητα που
πιάνει η ψυχή μου.

Φορώ μια μενεξεδιά τρέλα ,την οποία ψώνισα
μια νύχτα με πανσέληνο, να με συντροφεύει
κάθε βράδυ στα υπόγεια καπηλειά όπου
με περηφάνια παρουσιάζω την παράσταση μου
τραγουδώντας φάλτσα…

…σε ήχο πλάγιο δεύτερο.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2007

Φωτεινό Μονοπάτι



Ο δρόμος του αναζητητή είναι μακρύς. Στην αρχή
τον προσεγγίζεις με δειλά-δειλά βήματα.Εχεις οδηγό
το φως και προχωράς. Κάπου στην διαδρομή
λοξοδρομείς, χρειάζεσαι βοήθεια, κάπου να πιαστείς και
να συνεχίσεις.Υπάρχουν πολλοί στην δική σου θέση.
Μα πού να τους βρεις...

Τα βιβλία σου δίνουν κίνητρα για να αναζητήσεις την γνώση.
Μα είναι μόνο παγωμένες λέξεις που δεν βγαίνουν από
εμπειρία.Στο Ιντερνετ υπάρχουν σελίδες με σημεία αναφοράς
στην πνευματική αναζήτηση, μα πολλές από αυτές "εμπορεύονται"
την γνώση. Ισως εμπορεύονται και το φως. Κι εσύ αισθάνεσαι
την ανάγκη να συνεχίσεις. Και αφήνεσαι σε κάποιους
"δασκάλους" που τα "ξέρουν όλα".Σε δασκάλους που νιώθουν
την λαχτάρα σου για να προχωρήσεις στο φωτεινό μονοπάτι
και προσπαθούν να σε χειριστούν για να εδραιώσουν
το Εγώ τους.

Αυτό τα αναθεματισμένο Εγώ που σαρώνει όλα τα
αισθήματα και ισοπεδώνει την νόηση.Που αντί να το
βάλουμε "στην θέση που του αρμόζει", το αφήνουμε να
αλωνίζει και να μας οδηγεί σ' ένα ατέλειωτο σκοτάδι,
σε μια θάλασσα επιθυμιών, σε μια μάταιη αναζήτηση
της "φαινομενικής" ευτυχίας.

Νιώθω την ανάγκη σου να ανοίξεις τα φτερά σου και
να πετάξεις. Είμαι κι εγώ στην δική σου θέση.
Γι' αυτό αποφασίσα να μοιραστώ μαζί σου, ότι καλό έχω
αποκομίσει από το φωτεινό μονοπάτι. Για να γνωρίζεις,
για να πάρεις κουράγιο να συνεχίσεις, για να βρεις τον
εαυτό σου, τον Θεϊκό Εαυτό σου, που τόσο περίτεχνα μας
στέρησαν τα κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτικά πρότυπα.

Δεν υπάρχει τέλος στο μονοπάτι του αναζητητή. Πάντα
υπάρχει και κάτι ακόμα να μάθεις και να βιώσεις.
Γιατί η "εμπειρία" είναι το σημαντικότερο ταξίδι που
έχουμε να κάνουμε στην γη. Για να ξεδιπλωθεί η κρυμμένη
μέσα μας σοφία. Για να φωτίσει η σκέψη μας και να
αγκαλιάσει όλη την ύπαρξή μας.

Ας θυμηθούμε επιτέλους ποιοι είμαστε. Είμαστε
αυτά τα δειλά ανθρωπάκια, που μας έχουν επιβάλλει να
είμαστε;Είμαστε οι μίζεροι άνθρωποι, χωρίς χαρά, που
κυνηγάμε τις επιθυμίες μας; Είμαστε οι επιτυχημένοι
άνθρωποι χωρίς φαντασία, που τοποθετούμε όλη την
αξία του εαυτού μας σε μια αξιόλογη καριέρα;

Μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, γεμάτοι φως
και αγάπη , είναι δικαίωμά μας.Να έχουμε αφθονία και
υγεία , είναι υποχρέωσή μας.Να ξεδιπλώσουμε την κρυμμένη
σοφία μέσα μας , είναι η κληρονομιά μας.Να βρούμε τον θεϊκό
Εαυτό μας, να τον αγκαλιάσουμε, για να έχει νόημα
η διαδρομή μας στην γη , είναι η δύναμή μας.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2007

Το χαμόγελο ενός παιδιού


Δεν υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό από το
χαμόγελο ενός παιδιού.Εκείνα τα υγρά μαύρα
ματάκια που με κοιτούσαν με τόση ευγνωμοσύνη
σα να ήμουν “Μεσσίας” με έκαναν να αισθανθώ
τόσο σημαντικός ,να ξεφύγω από τα τιποτάκια έλη μου
και να ανέβω ψηλά και πάλι. “Δεν είμαι άγγελος”
του αποκρίθηκα σαν με ρώτησε.“ Άνθρωπος είμαι
με σάρκα και οστά όπως και εσύ.”

Ήταν πρωί Σαββάτου όταν με πήραν τηλέφωνο

από το νοσοκομείο για να με ενημερώσουν ότι
η εγχείρηση μυελού των οστών του παιδιού είχε
στεφθεί με απόλυτη επιτυχία και ότι θα μπορούσα
να το επισκεφτώ.Δάκρυα χαράς κύλησαν από τα μάτια
μου καθώς έκλεινα τη γραμμή. Ντύθηκα αστραπιαία
και κίνησα να το δω.

Η μητέρα του βρισκόταν πλάι του ,στην ίδια καρέκλα

που την είχα αφήσει την προηγούμενη ημέρα μετά
από τη δώρηση του αίματος μου. Μόλο που σήμερα
είχε ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της.

Με καλωσόρισε με μια ζεστή αγκαλιά.
Τόσο ζεστή
και αληθινή που πραγματικά αισθάνθηκα αμήχανα.
Δεν με ήξερε και ίσως να μην με έβλεπε ξανά ποτέ
στη ζωή της έπειτα από εκείνη την ημέρα , μα αυτό
δεν την εμπόδισε να μου δείξει τόση ευγνωμοσύνη
που πραγματικά αισθανόμουν πως δεν την άξιζα.
“Μη μου ζητάτε ευχαριστώ , έκανα ότι θα έκανε

ο κάθε άνθρωπος, απλά έτυχε να είμαι εγώ”
απήντησα στα λόγια της.

Ο μικρός σα να διαισθάνθηκε την παρουσία μου

ξύπνησε. Πήγα κοντά του και τότε είδα αυτό το βλέμμα
που πραγματικά με συγκλόνισε. “Σας χρωστάω τη ζωή
μου κύριε” Μου είπε. “Σας ευχαριστώ..σας ευχαριστώ”
το προσωπάκι του γέμισε δάκρυα χαράς.
Το αγκάλιασα και του είπα “Δεν μου χρωστάς τίποτα
καλό μου αγόρι ,τον Θεό να ευχαριστείς που
είναι τόσο μεγάλος”

“Θα τον ευχαριστούμε για μια ζωή” είπαν με ένα στόμα
“Γιατί έστειλε εσένα εδώ δίπλα μας, όταν πραγματικά

σε είχαμε ανάγκη. Πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω
από απλά άνθρωπος για να σε επιλέξει.”
“Ένα πνεύμα θαυματουργό ίσως…”

Ήθελα να πω τόσα πολλά εκείνη τη στιγμή μα το μόνο

που κατάφερα ήταν να δακρύσω. Κάθισα λίγη ώρα
ακόμα και έπαιξα με τον μικρό και
ύστερα τους αποχαιρέτησα.

Αυτές τους οι κουβέντες ακόμα ηχούν στην καρδιά μου

και ας πέρασαν χρόνια.Ίσως αυτές να με έκαναν αυτό
που είμαι. Ίσως πάλι να ήμουν ανέκαθεν...

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2007

Παρέα με όσα καίγονται για μένα...


Το παγάκι γλίστρησε μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι
και βυθίστηκε στο χρυσαφένιο χρώμα από
το μυρωδάτο ουίσκι.Ανάδεψα το ποτήρι και
το έφερα στα χείλη μου. Ήπια μια γουλιά ,
η γνώριμη γεύση του ζέστανε λιγάκι
την παγωμένη μου καρδιά.Ανακάτεψα τα ξύλα στο
τζάκι ωσότου να ζωηρέψει λίγο η φωτιά
και αφέθηκα για λίγο μέσα στις πύρινες γλώσσες της.
Η παρέα της φλόγας που παιχνίδιζε ,
ανεκτίμητος θησαυρός και μοναδική παρέα μου
τις ζοφερές αυτές στιγμές όταν η νυχτιά σκεπάζει
τα πάντα με το πέπλο της, όταν όλα τα φώτα σβήνουν.
Άναψα το κακοστριμένο τσιγάρο μου
και έγειρα στην πολυθρόνα αφήνοντας
για μια ακόμη φορά τον εαυτό μου να χαθεί
στις σκέψεις του.
Ξετυλίγοντας το γαριασμένο και γεμάτο κόμπους
κουβάρι της ζωής μου , αντικρίζω παντού λάθη
που με στοιχειώνουν και με βασανίζουν ,
όπως ένας έκπτωτος άγγελος που κάποτε
καταράστηκαν να ζει με τις ερινύες του.
Τιμωρία βαριά και αμείλικτη και οι
στριγκές φωνές τους διαρκώς να στροβιλίζονται
μέσα στο κεφάλι μου φέρνοντας τρικυμία
στα κάποτε γαλήνια νερά μου.

Στο παλιό μου ξύλινο πικάπ ακούγεται
το Always των Bonjovi.
Σιγοψιθυρίζω το τραγούδι ενώ δάκρυα
κυλούν στο πρόσωπο μου

“Now your pictures that you left behind
Are just memories of a different life
Some that made us laugh,
some that made us cry
One that made you have to say goodbye

What I’d give to run my fingers through your hair
To touch your lips, to hold you near
When you say your prayers try to understand
I’ve made mistakes, I’m just a man
When he holds you close, when he pulls you near
When he says the words you‘ve been needing
to hear I wish I was him cause those
words are mine To say to you till the
end of timeYeah,

I will love you baby - always
And I’ll be there forever and a day – always”

Ποτέ μου δεν ντράπηκα να κλάψω
ποτέ μου δεν φοβήθηκα να παραδεχτώ τα λάθη μου.
Μακάρι να ήσουν εδώ απόψε και να κάναμε
τη φαντασία πραγματικότητα.
Θα έδινα το βασίλειο μου για μια ευκαιρία
να σου αποδείξω ότι όσα λέω τα εννοώ.
Τα αισθήματα μου για σένα ποτέ δεν υπήρξαν μια
φενάκη.Δεν είμαι ερωτευμένος με τον ερωτα.
Είμαι ερωτευμένος με εσένα.

Μα όπως λέει και το τραγούδι ήδη
είσαι ευτυχισμένη στη αγκαλιά ενός άλλου.

Το φως της ημέρας υποδέχεται σιγά σιγά το σκοτάδι.
Το μπουκάλι πλέον άδειο, το τασάκι μου
γεμάτο αποτσίγαρα και στάχτη,το τζάκι σβηστό.
Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα μου και απόψε.
Με μοναδική παρέα όλα αυτά που καίγονται για εμένα ,
με όλα αυτά που με καίνε και δεν με αφήνουν ποτέ…

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2007

Καλό σου ταξίδι...




Γαλάζια και γυάλινα τα όνειρα μου
σε κόκκινο φόντο απ τη ματωμένη καρδιά
παρελθόντος θύμησες ταράζουν τα γαλήνια,
καθάρια νερά μου και όμως είμασταν τότε ακόμη παιδιά.

Έφυγες φορώντας τα χαρτονένια φτερά σου
στης μαύρης σιωπής τη νυχτερινή σιγαλιά
στερώντας με να δώ τα τρελά ονειρά σου
να γίνονται ένα με της ζωής τη φωτιά.

Αντίο λοιπόν και καλό σου ταξίδι
θα λέω για πάντα στις χρονιές που κυλούν
θα είσαι για πάντα στο λαιμό μου στολίδι
που θα φέρω μαζί μου ως οι ουρανοί να χαθούν.


* Ένα ποιήμα που έγραψα κάποτε
για μια ψυχή που χάθηκε τόσο άδικα...





Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2007

Δεν σ΄άφησα να μ΄αγαπήσεις


Πάει πέρασε κι αυτό
ίσως τελικά να μην ήταν γραφτό
ας μην τελείωνε ποτέ το χθες
ας γινόταν κάτι να μην έφευγες

Τώρα φεύγεις γι άλλου
για αγάπη άλλου ουρανού
ψάχνεις να βρεις μια ζεστή αγκαλιά
τη χαμένη σου παρηγοριά

Το ξέρω αγάπη μου
πως φταίω εγώ
που δεν συγκράτησα
τον τρελό μου εγωισμό
Πρόδωσα ταΘερμά σου αισθήματα
να θυμάσαι όμωςδεν το ήθελα

Όλα τέλειωσαν για μας
αυτός ήταν ο τελευταίος μας καυγάς
άνοιξες την πόρτα και χάθηκες
ούτε για ένα αντίο πια δε στάθηκες

Τώρα φεύγεις γι άλλου
για αγάπη άλλου ουρανού
ψάχνεις να βρεις μια ζεστή αγκαλιά
τη χαμένη σου παρηγοριά

Το ξέρω αγάπη μου
πως φταίω εγώ
που δεν συγκράτησα
τον τρελό μου εγωισμό
Θα μείνω μόνο με τις αναμνήσεις
Αφού δεν σ ΄άφησα
να μ΄ αγαπήσεις

Τώρα αγάπη μου έχε γειά
Να ξέρεις πως θα σ’ αγαπώ , παντοτινά
Θα μείνω μόνο με τις αναμνήσεις
Αφού δεν σ ΄άφησα
να μ΄άγαπησεις.

* Ένα τραγούδι που έγραψα κάποτε

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2006

Ένα μικρό μπουκάλι απο ρετσίνα..



...Ως ένας άλλος Kevin Costner... έριξα και εγώ το μπουκάλι
με το γράμμα στη θάλασσα έκεινο το χειμωνιάτικο βράδυ
...ένα μπουκάλι απο ρετσίνα που είχα αδειάσει νωρίτερα
στο μπαλκόνι του σπιτίου μου λίγο πάνω απο το Βαρδάρη...
Ο φελλός θυμάμαι είχε μπεί με δυσκολία λες και κάτι δεν ήθελε
να σταλέι αυτό το γράμμα...λες και κάτι δεν ήθελε
να διώξω το παρελθόν να το στείλω να ταξιδέψει μακριά μου
στη θάλασσα της λυσμονιάς...
Το έκλεισα όμως τα κατάφερα τελικά...όχι είπα μέσα μου.
.πρέπει να κοιτάξω μπροστά...
Το μπουκάλι τώρα παρασυρόταν απο το κύμα ,
ο θερμαικός με είχε ακούσει...μια παράκληση στις θεότητες
της θάλασσας να την πάρουν μακρία....
μια ζωή κλεισμένη σε ένα γράμμα...
σε ένα μικρό μπουκάλι απο ρετσίνα....
Αφού παρακολούθησα το μπουκάλι να παλεύει με τα κύματα
προσπαθώντας να μείνει στην επιφάνεια για κάμποση ώρα...
κατευθύνθηκα πάλι προς τα φώτα της παραλιακής λεοφώρου...
είχα κάνει το καθήκον μου είπα στον εαυτό μου...
η αυτό που νόμιζα σωστό τελος πάντων.
Η ζωή που είχαμε ζήσει ήταν τόσο ανάγλυφα χαραγμένη μέσα μου
που απορούσα πως στην ευχή θα προχωρούσα μπροστά...
η νύχτα ήταν αφύσικα ήσυχη λες και η Θεσσαλονίκη είχε καταλάβει
τι συνέβαινε και πάγωνε και εκείνη στη σιγαλία της.
Ελάχιστος κόσμος κυκλοφορούσε στις καφετέριες και τα μπαράκια...
κατευθύνθηκα στο αγαπημένο μου στέκι...τη "Ραψωδία"
να πω ένα για στα παιδιά σκέφτηκα και
ίσως να πιω και ένα ποτάκι.. το είχα ανάγκη.
Η πόρτα άνοιξε και η γνώριμη μυρωδιά η ζεστασιά
και ο ήχος με έκαναν να χαμογελάσω λίγο..
Οικεία πρόσωπα τριγύρω μου και μια καλησπέρα...
κάθησα στο μπαρ... όπως πάντα.
Τι νέα Γιώργο του είπα...βάλε μου ένα Canadian παρακαλώ..