Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

My Immortal...



I'm so tired of being here,
suppressed by all my childish fears
and if you have to leave,

I wish that you would just leave
'cause your presence still lingers here

and it won't leave me alone.

These wounds won't seem to heal,

this pain is just too real.
There's just too much that time

cannot erase.

When you cried,

I'd wipe away all of your tears.
When you'd scream,

I'd fight away all of your fears
and I held your hand through all

of these years.
But you still have all of me.



You used to captivate me
by your resonating light.
Now, I'm bound by the life
you left behind.
Your face it haunts,
my once pleasant dreams.
Your voice it chased away,
all the sanity in me.

These wounds won't seem to heal,
this pain is just too real.
There's just too much that time
cannot erase

When you cried,
I'd wipe away all of your tears.
When you'd scream,
I'd fight away all of your fears
and I held your hand through
all of these years.
But you still have all of me.

I've tried so hard to tell myself
that you're gone.
But though you're still with me,
I've been alone all along ...

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Ο μονόλογος του τίποτα...



«Η ζωή είναι ένα μυστήριο γιατί μπορεί να φέρει
τη χαρά οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα
και κάτω απ’ τις λιγότερο υποσχόμενες συνθήκες...»

Έτσι ενθαρρυντικά θέλω να ξεκινήσω,γιατί αυτό που
θ’ ακολουθήσει, μόνο «θεατρικά» δύναται να ακουστεί,
σαν ένας μονόλογος άσκησης «υποκριτικής»,
ένα τεχνούργημα προς εναντίωση...

Μ’ ένα τίποτα έζησα, με ένα τίποτα η ζωή μου δόθηκε,
και πώς να το γεμίσω; Τίποτα δε λαχτάρησα, τίποτα

δεν αγάπησα, τίποτα δεν τόλμησα, τίποτα δεν αρνήθηκα,
τίποτα δεν προσπάθησα, δεν πάλεψα, δεν απόρριψα τίποτα.

Ξυπνούσα και δεν είχα να κάνω τίποτα.Με ρωτούσαν τί

έχω και δεν έλεγα τίποτα.Μια άδειανή σελίδα η ζωή μου,
με δοσμένο το θέμα της έκθεσης γιανα γράψω «Η ζωή μου»,
και γω δεν έγραφα τίποτα. Πήγαινα μοναχός, σφύριζα
μοναχός ,μετρούσα αδειανά τα βλέμματα στους τοίχους
και στα πλακάκια του σπιτιού μου και το τίποτα γινόταν
αδηφάγο θεριό και με ρούφαγε. Το θεριό μεγάλωνε,
εγώ το μεγάλωνα, το ντάντευα, το τάϊζα, κι αυτό, μια
μαύρη τρύπα σκοτεινή με ρούφαγε ολόκληρο
και με εκμηδένιζε.

Θέλω να βγω απ’ το σκοτάδι ,να σταθώ κάτω απ’ του

προβολέα το φως και να τα πω όλα,να τα κάνω όλα,
να βρω τα λόγια τα δικά μου τα ξεχασμένα και τ’ απόκρυφα
να τα αρθρώσω και να ξεδώσω. Θέλω να γεννήσω τις
κουβέντες μου, να ακούσω τις ανάσες μου, να χορέψω
στο καρδιοχτύπι μου, να συνθέσω τις μπαλλάντες
της ζωής μου.

Και τι θα είναι η ζωή μου αν πάψει να είναι τίποτα;
Με τί θα μοιάζει το πορτραίτο μου αν τολμήσω να με

ζωγραφίσω; Τί χρώματα να βάλω που δεν μου’δωσαν
τίποτα; Θέλω να γίνω κάτι, να κάνω κάτι, θέλω κάτι να
πω, είναι η ώρα να μιλήσω, και το στομάχι μου φουσκώνει,
με πιάνει μια φουσκοθαλασσιά αλήθειας, έχω αναταράξεις

στην καρδιά σαν πεταρίσματα, σαν πεταλούδες στο δάσος
της Λίνδου, πολύχρωμες πεταλούδες που στροβιλίζονται
στα πλευράκια μου, χαρχαλεύεται η αλήθεια μου και δεν

βρίσκει πέρασμα στο δάσος του τίποτά μου να γλυστήσει
στο φως, να πετάξει λεύτερο, και να με λευτερώσει και μένα.

Να ελευθερωθώ, να ελευθερώσω απ’ τις σπηλιές μου
τις αρμύρες των δικών μου λόγων, να ξεδιπλώσω
απ’ τα μπαούλα μου τα δικά μου πλεχτά σεμεδάκια,
με λουλούδια σε χρώμα ροζ, να χτενίσω με τα δικά μου
κοκκάλινα χτένια μακριά μαλλιά κοκκινομάλληδων

αγοριών, να μαζέψω πούπουλα να τα κολλήσω στα
δικά μου φτερούγια να πετάξω.

Να πετάξω πάνω απ’ τις θάλασσες των χαρτών και των

ηπείρων, να πετάξω ξαρμάτωτος, Ίκαρος γυμνός,
μαζί με τα γλαρόπουλα τα όνειρά μου, μέσα σε

τρεχαντήρια θύμησες κι ελπίδες, και να φτάνω,
όλο να φτάνω στην απάτητη, απόρθητη γη του είναι μου .
Αυτού που χρόνια αναζητώ μα πνίγομαι στο τίποτα
που μου κόλλησαν οι άλλοι.

Ένα ομαδικό τίποτα έγινε ο κόσμος, λάσπιασε ο κόσμος,

βάλτωσε στα τιποτάκια έλη του. Κυκλοφορούμε κι
αναρωτιόμαστε, ή κάποτε, στρέφουμε το μικρόφωνο
της ερώτησης στους άλλους:

- Τί έχεις;
- Τίποτα.
- Τι σκέφτεσαι;
- Τίποτα.
- Τί θέλεις;
- Τίποτα.
- Ποιος είσαι;
- Ένα τίποτα.

Κουράστηκα στο τίποτα πνιγμένος.
Θέλω να βγω στο «κάτι» λυτρωτής.
Θέλω να πάψω να’μαι ο ηττημένος
Ήρθε η στιγμή να γίνω νικητής.
Κουράστηκα να ζω μες στη σιωπή μου
Νιώθω στο στήθος μου ν’ ανάβει μια φωτιά
Από το στέρνο μου ανεβαίνει η φωνή μου
Βάζει στο τίποτα του κόσμου πυρκαγιά.
Είμαι ένα πρόσωπο, ένα σώμα, μια εικόνα
Είμαι στην άκρη ενός γραπτού υπογραφή,
Πετάω στα πέρατα σαν άγρια χελιδόνα
Κι απ’ την καρδιά μου ξεγαντζώνω το καρφί.-

Στέκομαι σε θέση προσοχής, παίρνω βαθειά εισπνοή

και λέω: «Είναι η ζωή άξια εμπιστοσύνης, πέρα
απ’ τα πάνω και τα κάτω της, πέρα απ’ τα τίποτα
και τα μηδενικά .

Είναι η ζωή απαραιτήτως όμορφη.»



Whitelighter

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

stabbed...



Κάθε άνθρωπος έχει ένα μαχαίρι καρφωμένο
στην καρδιά του. Η λεπίδα καθενός έχει χαραχθεί
με διαφορετικό τρόπο δηλώνοντας έτσι τη
μοναδικότητα της. Να τούτη είναι βαλμένη από το
χέρι της αγάπης, κάποια άλλη από το χέρι της ζήλιας
ή του μίσους και άλλη πάλι από το σκληρό χτύπημα
της μοίρας. Μερικά μαχαίρια είναι μικρότερα και
άλλα μεγαλύτερα. Κάποιες λεπίδες είναι φανταχτερές
και άλλες περνάνε απλά απαρατήρητες.

Σε πολλούς από εμάς, το μαχαίρι καρφώθηκε
μονομιάς, πόνεσε απίστευτα και σιγά-σιγά η
σάρκα το αγκάλιασε και έλιωσε το μέταλλό του.
Σε άλλους πάλι μπήκε τόσο γλυκά που δεν το
κατάλαβαν, σχεδόν δεν το ένοιωσαν μα η πληγή
που προκάλεσε δεν έκλεισε ποτέ.

Αν είσαι τυχερός και η πληγή σου θρέψει,
το μαχαίρι περνάει σιγά-σιγά στη λήθη της
λησμονιάς.Συνεχίζεις τη ζωή σου και κοιτάς
μπροστά, μα πάντα με προσοχή αφού το σημάδι
που σου έχει αφήσει θα μένει πάντα εκεί,
σαν σακατεμένο ερείπιο ενός ξεχασμένου
παρελθόντος.

Μα αν το τραύμα μείνει ανοιχτό, τότε θα σου
θυμίζει την ύπαρξή του με κάθε ευκαιρία.
Μια λάθος κίνηση και η λεπίδα θα πηγαίνει
πιο βαθιά, τρυπώντας τα σπλάχνα σου. Κάποιος
σε σκουντά κατά λάθος στο δρόμο και το μαχαίρι
στρίβει, ζητάει συγγνώμη μη γνωρίζοντας την
πληγή σου μα εσύ ήδη βρίσκεσαι ξανά στο δρόμο
χωρίς επιστροφή.



Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που μπήγουν,
το μαχαίρι μέσα τους, με τα ίδια τους τα χέρια.
Κάνουν μάλιστα ότι μπορούν ώστε η πληγή που
ανοίγει να μην κλέισει ποτέ! Αποδεχτηκαν, βλέπετε,
τη μοίρα τους και παλέυουν διαρκώς με τις ερινύες
που τρέφονται με λύσσα από την ζωή που ποτέ τους
δεν τόλμησαν να ζήσουν.και όσο κι αν επιμένουν πως
έχουν συνηθίσει στον πόνο, δεν μπορούν παρά να
βγάλουν μια κραυγή, ελπίζοντας μάταια, πως το
σώμα τους θα ελαφρύνει από αυτό που το βαραίνει.

Ποτέ της δεν πίστεψε ότι η καρδιά είναι το κέντρο
των ανθρωπίνων συναισθημάτων. Ποιος νοήμων
άνθρωπος δεν γνωρίζει ότι όλα είναι στο μυαλό;
Κι όμως, εκεί είναι βαλμένο και το δικό της μαχαίρι.
Εκεί που ποτέ δεν περίμενε ότι ο υπέροχος νους της
θα το επέτρεπε. Μια ζωή βρισκόταν σε δικό της
κόσμο, σε ένα παραμυθένιο απατηλό όνειρο και
τώρα που επιτέλους ξύπνησε και το αντιλήφθηκε,
έμαθε και κείνη να ζει μαζί του.

… καμιά φορά το στριφογυρίζει λίγο, για να
σιγουρευτεί πως είναι ακόμη εκεί.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Δώδεκα!



Δεν ήταν πολύ μακριά, να εδώ λίγο πιο κάτω,
ίσως πιο πάνω, πάντως δίπλα μας. Ζούσαν
μαζί μας η ένα (1) και ο δύο (2). Ήταν μία
από τις πολλές και αυτός ήταν η συνέχεια της.
Υπήρχε και ο 5 και η 6 , ο 12 και η 7350.
Είχαν και φίλους η ένα την μηδέν και
ο δύο τον τρία.

Μια μέρα γνωρίστηκαν. Χρόνια τώρα
δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και εκεί επάνω
σ' ένα κλάσμα ατέλειωτης διαίρεσης,
ως εκ θαύματος εκείνοι έκαναν μια πρόσθεση.
Ένοιωσαν τόσο όμορφα, Ω! Θεέ μου τόσο
όμορφα που νόμισαν ότι ήταν οι μόνοι που
έκαναν πρόσθεση. Μα στο σύνολο των πράξεων
η δικιά τους πρόσθεση ήταν ανούσια όσο 1 + 2.
Ήξεραν όμως ότι γι' αυτό είχαν γεννηθεί.
Έπαψαν να είναι σημεία και για πρώτη φορά
οριοθετούσαν μια απόσταση.

Ο κόσμος έλεγε συχνά ότι από την 1 μέχρι
τον 2 χωράνε πολλά. Έλεγε 1 έως 2 μέτρα,
1 έως 2 κιλά, 1 έως 2 άνθρωποι.
Ζούσαν ευτυχισμένοι και πολύ κοντά,
και ένα σοφό 26 που πέρασε κάποτε τους
είχε πει ότι όσο πιο κοντά βρισκόταν
τόσο πιο πολύ ο κόσμος θα αναγνώριζε
την
δύναμη και την απόσταση που οριοθετούσαν.

Μια μέρα η ένα (1) καθώς καθάριζε την περιοχή
τους, είδε τον δυο (2) να μπαίνει κατάκοπος
γυρνώντας από κάτι πολλαπλασιασμούς και της
φάνηκε τόσο ανούσιο αυτό που έκανε. Τον κοίταξε
καλά καλά και της φάνηκε τόσο δεύτερος σχεδόν
σαν 2. Δεν ήταν το δύο που γνώρισε, ήταν απλά
ο "μετά", "ο λίγος", "ο δεύτερος". Σκέφτηκε να βρει
ένα τρίτο να βάλει ανάμεσα. Ο δύο αντίστοιχα
ένοιωσε ότι η 1 ήταν τόσο μικρή σχεδόν η μισή
από εκείνον.

Έφυγαν μακριά, γύρισαν την πλάτη και κοιμήθηκαν
σε άλλες παρενθέσεις και μετά σε άλλα διαστήματα
και μετά δεν κοιμήθηκαν πια μαζί. Δοκίμασαν
άλλους συνδυασμούς αλλά πάντα κάτι έλειπε για
να συμπληρώσουν την απόσταση. Δεν μπόρεσαν ποτέ
να αισθανθούν ξανά το ίδιο. Σημάδια κενά απόμειναν,
που κοίτονται μόνα τους σε άσπρο χαρτί.



Μετά απο αρκετό καιρό συναντήθηκαν τυχαία
σε ένα σταυροδρόμι εξισώσεων. Με έκδηλη την
αμηχανία της στιγμής, έκανε κίνηση να τον
αγκαλιάσει. Ήθελε τόσο να δει πάλι το χαμόγελο
του, αλλά εκείνος δεν της άφησε περιθώριο.
Οι πολλαπλασιασμοί στο εργοστάσιο αυξήθηκαν
έγινα ο Νο 2 πια στην εταιρεία της είπε ξερά και
με νόημα. -Μπράβο πολύ χαίρομαι για σένα,
απήντησε η ένα.

Εκείνη κοίταγε μια αυτόν και μια την κοιλία της
που προεξείχε (δύο μηνών έγκυος βλέπετε),
κορίτσι είναι του είπε, θα την ονομάσω 1,6.
Α να! και αυτές δικές μου είναι όλες και του
έδειξε φωτογραφίες από τη μικρή 1,3 και την 1,4
που έπαιζαν αμέριμνες στην παιδική χαρά.
-Μπράβο, πολύ χαίρομαι για σένα, αποκρίθηκε ο δύο.

Αμηχανία ξανά.

Έδωσαν τα χέρια αλλά τα μάτια τους δεν
αγκαλιάστηκαν, τα δάκρυα τους δεν σμίξανε
πασχίζοντας να βγουν. Ένας κρυφός εγωισμός
τους έκαιγε τα σωθικά και έκανε τα μάτια να
κοιτούν αλλού. Η ένα (1) κοίταξε το τακούνι της
βάσης της και ο δύο (2) το ρολόι του μορφάζοντας
δήθεν για την ώρα. Προχώρησαν λίγο, γύρισε και
τον αναζήτησε πίσω της, άραγε θα γύρναγε να κοιτάξει;
-Ναι Θεέ μου γύρισε. Ένοιωσε τόσο χαζούλα,
χαμογέλασε κλώτσησε μια υποδιαστολή και
προχώρησε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν, Αν, ΑΝ!
Μια κενή φωνή ακούστηκε μέσα της.
-Εγώ είμαι η ΈΝΑ και δεν έχω ανάγκη κανέναν.

Το βράδυ σπίτι αυτό το ένα, πόναγε πιο πολύ.
Α ρε μακάρι να υπήρχε κάποιος ακόμη.
Σκέφτηκε τότε που ήταν ακόμη κοντά με τον δύο (2),
τότε που την άγγιζε, τότε που έγιναν ένας αριθμός,
τότε που έγιναν 12. Ναι Θεέ μου ήταν τόσο δυνατός,
όχι μικρός τιποτένιος, αλλά 12.

- Δώδεκα φώναξε, δώδεκα!!!!!!

Κοίταξε το ρόλοι της, δάκρυσε λίγο, ήταν αργά
σκέφτηκε. - Έχω πολλές πράξεις να οριοθετήσω
αύριο, και η ώρα πέρασε. Το εκκρεμές στον τοίχο
χτύπησε 12. Ο ήχος του πένθιμος, με κάθε χτύπο
έγραφε το ίσον της ζωής της 1 - 1 = 000000000000.
Έκανε την ίδια πράξη πολλές φορές αλλά πάντα μηδέν.
Αποτέλεσμα, νούμερα και σύμβολα όλα μηδέν(0),
χαμογέλασε με ειρωνεία. Έβγαλε τη βασούλα του 1
και κοιμήθηκε - ένα ίσον κανένα σκέφτηκε...


Whitelighter

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

The Last Unicorn



When the last eagle flies,
over the last crumbling mountain
αnd the last lion roars,
at the last dusty fountain.

In the shadow of the forest
though she may be old and worn,
they will stare unbelieving
at the last unicorn.


When the first breath of winter,
through the flowers is icing.
and you look to the north
and a pale moon is rising

and it seems like all is dying
and would leave the world to mourn,
in the distance hear the laughter
of the last unicorn



When the last moon is cast,
over the last star of morning
and the future has passed
without even a last desperate warning.

Then look into the sky,
where through the clouds a path is torn,
look and see her how she sparkles
it's the last unicorn...