Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Θανάτου πλεύρισμα...

























Το ακουστικό της έπεσε ασυναίσθητα από
τα χέρια, καθώς άκουσε τoν τσιριχτό ήχο 
της πόρτας του σπιτιού που άνοιγε.
H χαρούμενη φωνή του γιού της γέμισε
άξαφνα το δωμάτιο τραγουδώντας άτεχνα,
μα πολύ ζωηρά, κάποιο αγαπημένο του σκοπό. 
Σήκωσε όπως, όπως τη συσκευή που ταλαντευόταν,
σα χαλασμένο εκκρεμές, και προσπάθησε να στρέψει
το πιο ανάλαφρό της χαμόγελο προς το αγόρι, ενώ
η τρεμάμενη φωνή από την απέναντι γραμμή
συνέχιζε να της εξιστορεί τα μαντάτα.

Το παιδί κοίταξε με έκπληξη τη μητέρα του, έχοντας
ακόμη περασμένη στον ώμο την παρδαλή σχολική
του τσάντα. Το κακοζωγραφισμένο μειδίαμα στα
χείλη της δεν το είχε πείσει διόλου και μια ασυναίσθητη
φωνή μέσα του κραύγαζε πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί.
Με μάτια γεμάτα δάκρυα, έκλεισε το τηλέφωνο και σε
μια στιγμή που της φάνηκε αιώνας ολάκερος, γύρισε
και αντίκρισε το ηλιοκαμένο σγουρομάλλικο αγόρι της,
ψελλίζοντας: “Ο Δημήτρης…”

Πως στην ευχή θα μπορούσε άραγε να πει στον
ενδεκάχρονο γιό της ότι ο καλύτερος του φίλος,
το παιδί που κάθε μέρα παίζανε ανέμελα στις αλάνες,  
βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στην εντατική του
νοσοκομείου; Νωρίτερα, κάποιος ασυνείδητος οδηγός το
είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητό του εκσφενδονίζοντας το
κορμάκι του μέτρα μακριά, για να πέσει με το κεφάλι,
σφαδάζοντας, στην άσφαλτο. Πού θα έβρισκε τη δύναμη να
του πει πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ; “Ο Δημήτρης
παιδί μου. Χτύπησε άσχημα είναι στο νοσοκομείο…”

Τα ματάκια του σκοτείνιασαν και ένας χείμαρρος
από δάκρυα το πλημμύρισαν, ενώ αναφιλητά και
λυγμοί έβγαιναν από τα σωθικά του. “Μαμά;”...
“Πώς;”...Θα γίνει καλά έτσι;” Μέσα του όμως βαθιά
ήξερε πως ο φίλος του θα χανόταν για πάντα. Βγήκε
έξω από το σπίτι τρέχοντας. Μάταια η μητέρα του
τον φώναζε να γυρίσει πίσω.

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε μόλις ακούσει. 

Περιέργως, βέβαια, ο Δημήτρης δεν είχε εμφανισθεί στο 
σχολείο εκείνο το πρωινό και δεν θυμόταν να του είχε 
αναφέρει ότι θα απουσίαζε, μα γιατί να πάει ο νους του 
στο κακό; Όχι δεν ήταν δυνατόν να χαθεί το παιδί αυτό. 
Ο φίλος του που τα Σαββατόβραδα χάζευαν αγκαλιά με 
αχνιστά ποπ-κορν ασπρόμαυρες ταινίες τρόμου. 
“Πρόσεχε, μας κυνηγάει η μούμια” του είχε πει ξαφνικά 
μια τέτοια βραδιά και είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Χωρίς να σκεφτεί καν που πήγαινε κατευθύνθηκε
προς το μονοπάτι του -Χο-Τσιν Μινχ- , έτσι είχαν
ονομάσει με τον Δημήτρη ένα δρομάκι που
περνούσε δίπλα από το σχολειό τους και οδηγούσε
σε ένα μικρό ξέφωτο όπου εκεί σε ένα μεγάλο πεύκο
είχαν φτιάξει το παρατηρητήριό τους. -Παρατηρητήριο
Βιετκόνγκ- όπως το είχαν βαφτίσει πριν μια εβδομάδα
με περισσή περηφάνεια.

Δεν ήταν βέβαια και τίποτα σπουδαίο, μια πρόχειρη 
ξύλινη πλατφόρμα στηριγμένη στα κλαδιά του γέρικου
δέντρου και ενισχυμένη με μεγάλες σκουριασμένες
πρόκες που είχαν βρει σε μια οικοδομή λίγα τετράγωνα
πέρα απο το ξέφωτο. Μα για δύο ενδεκάχρονα  παιδιά 
φάνταζε τεχνούργημα άξιο μεγάλης τελετής.

Με το χαμόγελο του Δημήτρη βαθιά χαραγμένο
στο πρόσωπο του και πλημμυρισμένος με δάκρυα,
σκαρφάλωσε στο δέντρο και κάθισε οκλαδόν στα
ξύλινα σανίδια. Κρατούσε στο χέρι του ένα εμπριμέ
τσαλακωμένο περιτύλιγμα από τσιχλόφουσκα, με
γεύση λεμόνι, που είχε βρει στο δρομάκι καθώς
ερχόταν. Ήταν η αγαπημένη του Δημήτρη και
έβαζε στοίχημα πως αυτός το είχε πετάξει λίγες
μέρες πριν, μπορεί και εχθές, που είχαν έρθει 
και κατέστρωναν -σχέδια μάχης- με τις ώρες 
καθισμένοι στη άκρη της πλατφόρμας, κουνώντας 
ανέμελα τα πόδια τους.

Ο Δημήτρης δεν πετούσε ποτέ χαρτάκια στο δρόμο,
πάντα φρόντιζε να μη ρυπαίνει το περιβάλλον και το
πιθανότερο ήταν να έχωνε το περιτύλιγμα στην τσέπη
του αφού έβαζε την τσίχλα του στο στόμα. Μα αυτή τη
φορά κάτι τον είχε ωθήσει να το πετάξει. “Ίσως για να
το βρω εγώ τώρα” σκέφτηκε και ανασκίρτησε. Σαν
να ήξερε τι θα συνέβαινε, σα να είχε διαισθανθεί πως
ο φίλος του θα ερχόταν μόνος του την άλλη μέρα στο
παρατηρητήριο και θα την έβρισκε.

“Μην είσαι ανόητος”, είπε στον εαυτό του, “Δεν
είναι  δυνατόν να το ήξερε”. Μα τί θα μπορούσε
πράγματι να φανεί λογικό και τι παράλογο στο
μυαλό του; Πέρα μακριά, ακούγονταν οι φωνές
των παιδιών που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους
στις αλάνες. Εύθυμες φωνές, γέλια και ανάσες
λαχανιασμένες  όπως έκαναν πάντα και αυτός με
το Δημήτρη.

Ακόμη σκεφτόταν εκείνο το χαμόγελο του, την ώρα
 
που έκανε τα -επίσημα εγκαίνια- του Παρατηρητηρίου
Βιετκόνγκ, όταν άξαφνα άκουσε μέσα του μια φωνή.
Δεν ήταν η σκέψη του, όσο τρελό και αν ακούγεται,
δεν ήταν - το ήξερε καλά!. 

“Να έχεις πίστη”. Να έχω πίστησε τι; αναρωτήθηκε στο 
μυαλό του. “Πρόσεχε μας κυνηγά η μούμια!” είπε η φωνή. 
Το παιδί σάστισε προς στιγμή. Έτριψε τα κατακόκκινα 
μάτια του προσπαθώντας να συνέλθει. Μα δεν μπορούσε 
να βγάλει από το μυαλό του τη φωνή, που δεν ήταν 
δικιά του, δεν ήταν!

“Πως να το κάνω αυτό; Πες μου σε παρακαλώ” μονολόγησε.
 Καμμία απάντηση από τη φωνή. “Πες μου σε παρακαλώ,
 μη με εγκαταλείπεις τώρα”. Πάλι καμμία απάντηση.
“Να προσευχηθώ μήπως;” και πάνω που είχε αρχίσει
να απογοητεύεται η φωνή απάντησε. ”Προσεύχεσαι ήδη…”

(Συνεχίζεται...) 


Whitelighter

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Ευτυχία




























Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου,
για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια,
δύο χέρια…

Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν,
θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν,
θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν,
θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου
κλείσουν τα μάτια.

Τα πολλά χέρια, απλά, είναι χάσιμο χρόνου.
Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις…” 


Θανάσης Βέγγος.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Κάθαρση


























Γνωρίζω ότι έχασες για λίγο καιρό τα ίχνη μου
και για αυτό σου ζητώ ταπεινά συγγνώμη.
Εργαζόμουν, όμως, πυρετωδώς και το πρόγραμμα
μου ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Όχι ότι σε ενδιαφέρει
βέβαια, αλλά εγώ οφείλω να σου εξομολογηθώ τα
πάντα, όπως έκανα άλλωστε, με απίστευτη ειλικρίνεια,
όλα αυτά τα χρόνια που αναλώθηκα μαζί σου.

Όσα θα σου διηγηθώ, δεν σου κρύβω πως με κάνουν
και κοκκινίζω. Ξέρω, βέβαια, ότι πάντοτε σου άρεσαν οι
πικάντικες ιστορίες, με έντονη αγωνία και χειροκρότημα
της αποσβολωμένης γαλαρίας στο φινάλε. Οπότε είμαι
σίγουρη ότι θα εκτιμήσεις ιδιαίτερα τα όσα θα σου
αφηγηθώ. Κάθισε λοιπόν όσο πιο αναπαυτικά μπορείς,
χαλάρωσε, άνοιξε ένα μπουκάλι καλό κρασί όπως η
περίσταση προστάζει  και σαν είσαι έτοιμος, πες μου
να ξεκινήσω μια περιπέτεια, αν μη τι άλλο, αντάξια σου.

Την πρώτη φορά που τον είδα, που λες, πολλές δεκαετίες
πριν από τη σημερινή, έμεινα άναυδη με την ομοιότητα που
είχε μαζί σου. Πλούσια πυρόξανθα μαλλιά, έντονα μπλε
μάτια και βλέμμα που με αιχμαλώτισε μονομιάς. Ακόμα
και το στήσιμο του κορμιού του και ο τρόπος που βάδιζε
ήταν ολόιδιος με τον δικό σου. Το αποκορύφωμα  δε,
είναι πως είχε και το ίδιο ακριβώς σημάδι στη βουβωνική
χώρα όπως και εσύ. Σωσίας σου σωστός το δίχως άλλο.

Όπως καταλαβαίνεις δεν μπορούσα, όπως θα έλεγε
εμφατικά και η τρανή αφεντιά σου, να σπαταλήσω μια
τόσο εξαιρετική ευκαιρία. Τον πλησίασα, λοιπόν, και
χρησιμοποιώντας όσα δόλια μέσα παραδειγματικά μου
δίδαξες εσύ, κατάφερα να τον τυλίξω στον ιστό μου. 
Έλα πες την αλήθεια, πρέπει να  είσαι πολύ περήφανος
για μένα και τα καλύτερα έρχονται στη συνέχεια, μη φύγεις.

Φυσικά δεν είχα σκοπό να δεσμευθώ μαζί του, τι κι αν με
ερωτευόταν, όχι ποτέ σου δεν θα συγχωρούσες μια τόσο
ανεπίδεκτη  μαθήτρια. Την ώρα λοιπόν που έμπηγα τα
νύχια μου στην πλάτη του, έψαχνα να βρω τρόπο να
ξεγλιστρήσω. 

Μισό λεπτό να στρίψω ένα τσιγάρο και συνεχίζω. 

Όντας λοιπόν, σε έντονη περισυλλογή, σκεπτόμενη 
με τι είδους μαεστρία  θα αντιμετώπιζες μια τόσο 
περίπλοκη εξίσωση, για εξαιρετικά δυνατούς λύτες, 
εσύ ο μέγας διδάξας, άκουσα ήχο από κλειδιά που
πάλευαν να βρουν το δρόμο τους προς την κλειδαριά.
Κάποιος εισερχόταν στην ερωτική μας φωλίτσα.

Δεν φαντάζεσαι την έκπληξη του σαν εισήλθε στο δωμάτιο
η αρραβωνιαστικιά του και μας ανακάλυψε έντρομη σε
στάση που η ανατροφή μου δεν μου επιτρέπει να σου
περιγράψω.  Ήταν πολύ ερεθιστική, όμως, δεν στο κρύβω.
Δίχως να χάσω στιγμή την ψυχραιμία μου, σηκώθηκα
αγέρωχα και πριν προλάβουν καν να συνέλθουν από
 το κακό που τους βρήκε, ντύθηκα και βγήκα από τον
“τόπο του εγκλήματος” φορώντας, φαρδιά πλατιά,
στο πρόσωπο μου το σαρδόνιο χαμόγελο της
απόλυτης επιτυχίας.

Βλέπεις, αγάπη μου μεγάλη, ο άνδρας αυτός που σου
έμοιαζε τόσο,  δεν ήταν άλλος από τον πατέρα σου. Η δε,
χωρίς να το ξέρει, ευτυχής γυναίκα που γυρνούσε αμέριμνη
από την εργασία της, θα έκανε το τραγικό σφάλμα να σε
φέρει στον κόσμο τούτο σε μερικούς μήνες, αφού εκείνο το
βράδυ στο ίδιο κρεβάτι  που λικνιζόμουν μαζί του θα
ελάμβανε χώρα η επική σύλληψη σου!

Καθώς, σαν σε σουρεαλιστική ταινία τρόμου, η άλλοτε
ακαταμάχητη θωριά σου αρχίζει αργά και βασανιστικά
να ξεθωριάζει, αντιλαμβάνεσαι με φρίκη πως αυτό που
βιώνεις δεν είναι ο Θάνατος.
Μεταξύ μας, αυτό θα ήταν μια κοινότυπη, καθόλου
έξυπνη και  ελάχιστα οδυνηρή εκδίκηση της γυναίκας
που θόλωσε βιώνοντας σε κάθε της κύτταρο την απόλυτη
προδοσία.

Απλούστατα δεν γεννήθηκες ποτέ.

Θα έπρεπε να με είχες γνωρίσει καλύτερα…

Whitelighter

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Εκδίκηση

Πρώτα από όλα θέλω να ξέρεις ότι είμαι ιδιαίτερα
χαρούμενη για σένα και πως εύχομαι τα καλύτερα
και για τους δυό σας. Εξηγούμαι για να μην με
παρεξηγήσει το εύστροφο μυαλουδάκι σου.
Σας είδα πιασμένους χεράκι χεράκι τις προάλλες
και συνειδητοποίησα ότι είστε κομμένοι και
ραμμένοι ο ένας για τον άλλο. Αλήθεια!

Εκείνη, μια σαφώς πιο βελτιωμένη έκδοση μου,
καθόλου διεστραμμένη, με εύγλωττη λαλιά,
ασφαλώς ο τύπος της γυναίκας που μπορεί
να σε συνοδέψει άφοβα στην όπερα, σε
φαντασμαγορικές δεξιώσεις και σε όλα εκείνα
τα ανώτερου επιπέδου δρώμενα που αυτάρεσκα
συγχρωτίζεσαι. Επίσης ρηγνύω τα ιμάτια μου
ότι θα γίνει και μια φανταστική μητέρα σαν
αποφασίσεις να εμπλουτίσεις τούτο τον τόπο
με τους απογόνους σου.

Εσύ δε, δείχνεις να βρίσκεσαι σε εξαιρετική
κατάσταση και το βιοτικό σου επίπεδο πρέπει
να κυμαίνεται σε υψηλότατα επίπεδα. Σε
αντίθεση με εσένα, οφείλω να σου ομολογήσω,
εγώ δεν αισθάνομαι και τόσο θεσπέσια.

Νόμιζες πως με ξεφορτώθηκες κύριε Διπρόσωπε
και δεν φαντάζεσαι πόσο σιχαίνομαι να σε
παρενοχλώ την ώρα του δείπνου. Δέχτηκα μια
πολύ περιποιημένη σφαλιάρα όταν έτσι γρήγορα
και απλά με αντικατέστησες και δεν σου κρύβω
πως αναρωτιέμαι ποιά φαντασιώνεσαι κάθε που
της δείχνεις τα ταλέντα σου.

Βλέπεις η αγάπη που έδωσες, ο έρωτας που
βιώσαμε δεν ήταν αρκετός ώστε να σε εξωθήσει
στην ειλικρίνεια και κάθε φορά που φωνάζεις το
όνομα της άραγε γνωρίζει πως μου είχες
εξομολογηθεί ότι θα με κρατάς αγκαλιά μέχρι
να πεθάνεις, μα ως εκ θαύματος εσύ είσαι
ακόμα ζωντανός;

Το ανέκδοτο όμως με το οποίο πλάγιαζες και
το οποίο φυσικά ήμουν εγώ δεν πρόκειται να
σμπαραλιαστεί άλλο για την αφεντιά σου και
κάθε φορά που μπήγω τα νύχια μου σε κάποιου
την πλάτη θα το νοιώθεις. Ξέρω πως το νοιώθεις!

Να σου ‘μαι λοιπόν ξανά εδώ να σου θυμίσω την
καταστροφή που προκάλεσες όταν με εγκατέλειψες.
Ήταν εντελώς κουτό από μέρους σου να μου φορτώσεις
έτσι απλά το σταυρό του μαρτυρίου και να πιστεύεις
πως θα ξεγλιστρήσεις χωρίς να πληρώσεις το τίμημα.
Θα έπρεπε να με γνωρίζεις καλύτερα…

(Συνεχίζεται...)

Whitelighter

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Ματαιοδοξία

























Ακολούθησε τις ρωγμές του καθρέπτη στο
γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της. “Πόσο ακόμα
θα με μαλώνεις γέρο-χρόνε!” αναφώνησε.
“Όλοι μας κάποτε θα φύγουμε απο τούτο
τον τόπο, μα πόσοι άραγε ζούμε πραγματικά;”
Δεν είχε απάντηση.

'Όχι ότι την είχε αναζητήσει και ποτέ της,
δηλαδή. Καλόπιανε πάντα το είδωλο της
με κασμίρια και κάθε λογής κοσμήματα,
με πούδρες και πανάκριβα αρώματα.
Μια καλοχτενισμένη φενάκη, περίτεχνα
αμπαλαρισμένη για να μοιάζει με ζωή.

Στο πλάι του όλα αυτά τα χρόνια βρήκε
τον πλούτο και την δύναμη που ονειρευόταν
απο παιδί, μα αγνοούσε επιδεικτικά πως η
ζωή δεν είναι μέλι δίχως φαρμάκι.

Θαμπωμένη απο τη λάμψη σμαραγδένιων
παλατιών και υπέρλαμπρων δεξιώσεων που
την έβρισκαν στολισμένη σαν παγώνι να
χαμογελάει πλαστικά, δεν έλαβε υπόψη της
πως ζει σε έναν κόσμο που το κάθε τι έχει
μια τιμή, που κάθε άνθρωπος είναι αναλώσιμος
και οι αυτοκρατορίες έχουν απαρχή, απόγειο
και στο τέλος μαραζώνουν στην παρακμή τους.

Το όνειρο που ζούσε κυλούσε αντιστρόφως
ανάλογα με την ηλικία της. Όσο αυτή μεγάλωνε,
τόσο αυτό μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Μα δεν
έδινε σημασία, όχι! Γελούσε με νόημα στον χρόνο
και φορούσε όλο και περισσότερα διαμαντικά.
Αγόραζε όλο και πιο ακριβά ρούχα.

Εκείνος πάντα την φρόντιζε. Με φάρμακο
ένα γεμάτο πορτοφόλι, κάθε που την έβλεπε
να πέφτει ψυχολογικά και αερίζοντας ενίοτε
το χρυσό κλουβί της όλα κυλούσαν υπέροχα.
Ποτέ της βέβαια δεν παραδέχτηκε πως ζούσε
κλειδωμένη. Πάντα ήταν περήφανη.
Πάντα γελαστή και γελασμένη.

Ώσπου εμφανίστηκε εκείνη στη ζωή του.
Το καινούργιο του γυαλιστερό απόκτημα.
Μια βελτιωμένη έκδοση, γεμάτη νιάτα,
δέρμα σαν απο έβενο και χαμόγελο όλο
σαγήνη. Έτσι δεν ήταν και εκείνη κάποτε;
Πέταξε προς στιγμή τα λούσα της, κοίταξε το
κορμί της και άξαφνα ανακάλυψε πώς ήταν
ολότελα γυμνή, ένα σάπιο σώμα με δίχως ψυχή.

Σύντομα την αντικατέστησε έχοντας φροντίσει
να της αφαιρέσει τα καλύτερα της χρόνια. Είχε
φθάσει βλέπετε η ημερομηνία που "καλό είναι
να έχουμε καταναλώσει το προϊόν" όπως
αναγράφεται και στα γνωστά μας τενεκεδάκια
αναψυκτικών.

Μπροστά στο ραγισμένο της καθρέπτη ψάχνει να
βρει απαντήσεις για μια ζωή που χάθηκε
ποτισμένη απο το πιο ισχυρό δηλητήριο.
Τη ματαιοδοξία της!

Whitelighter