Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2007

Φωτεινό Μονοπάτι



Ο δρόμος του αναζητητή είναι μακρύς. Στην αρχή
τον προσεγγίζεις με δειλά-δειλά βήματα.Εχεις οδηγό
το φως και προχωράς. Κάπου στην διαδρομή
λοξοδρομείς, χρειάζεσαι βοήθεια, κάπου να πιαστείς και
να συνεχίσεις.Υπάρχουν πολλοί στην δική σου θέση.
Μα πού να τους βρεις...

Τα βιβλία σου δίνουν κίνητρα για να αναζητήσεις την γνώση.
Μα είναι μόνο παγωμένες λέξεις που δεν βγαίνουν από
εμπειρία.Στο Ιντερνετ υπάρχουν σελίδες με σημεία αναφοράς
στην πνευματική αναζήτηση, μα πολλές από αυτές "εμπορεύονται"
την γνώση. Ισως εμπορεύονται και το φως. Κι εσύ αισθάνεσαι
την ανάγκη να συνεχίσεις. Και αφήνεσαι σε κάποιους
"δασκάλους" που τα "ξέρουν όλα".Σε δασκάλους που νιώθουν
την λαχτάρα σου για να προχωρήσεις στο φωτεινό μονοπάτι
και προσπαθούν να σε χειριστούν για να εδραιώσουν
το Εγώ τους.

Αυτό τα αναθεματισμένο Εγώ που σαρώνει όλα τα
αισθήματα και ισοπεδώνει την νόηση.Που αντί να το
βάλουμε "στην θέση που του αρμόζει", το αφήνουμε να
αλωνίζει και να μας οδηγεί σ' ένα ατέλειωτο σκοτάδι,
σε μια θάλασσα επιθυμιών, σε μια μάταιη αναζήτηση
της "φαινομενικής" ευτυχίας.

Νιώθω την ανάγκη σου να ανοίξεις τα φτερά σου και
να πετάξεις. Είμαι κι εγώ στην δική σου θέση.
Γι' αυτό αποφασίσα να μοιραστώ μαζί σου, ότι καλό έχω
αποκομίσει από το φωτεινό μονοπάτι. Για να γνωρίζεις,
για να πάρεις κουράγιο να συνεχίσεις, για να βρεις τον
εαυτό σου, τον Θεϊκό Εαυτό σου, που τόσο περίτεχνα μας
στέρησαν τα κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτικά πρότυπα.

Δεν υπάρχει τέλος στο μονοπάτι του αναζητητή. Πάντα
υπάρχει και κάτι ακόμα να μάθεις και να βιώσεις.
Γιατί η "εμπειρία" είναι το σημαντικότερο ταξίδι που
έχουμε να κάνουμε στην γη. Για να ξεδιπλωθεί η κρυμμένη
μέσα μας σοφία. Για να φωτίσει η σκέψη μας και να
αγκαλιάσει όλη την ύπαρξή μας.

Ας θυμηθούμε επιτέλους ποιοι είμαστε. Είμαστε
αυτά τα δειλά ανθρωπάκια, που μας έχουν επιβάλλει να
είμαστε;Είμαστε οι μίζεροι άνθρωποι, χωρίς χαρά, που
κυνηγάμε τις επιθυμίες μας; Είμαστε οι επιτυχημένοι
άνθρωποι χωρίς φαντασία, που τοποθετούμε όλη την
αξία του εαυτού μας σε μια αξιόλογη καριέρα;

Μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, γεμάτοι φως
και αγάπη , είναι δικαίωμά μας.Να έχουμε αφθονία και
υγεία , είναι υποχρέωσή μας.Να ξεδιπλώσουμε την κρυμμένη
σοφία μέσα μας , είναι η κληρονομιά μας.Να βρούμε τον θεϊκό
Εαυτό μας, να τον αγκαλιάσουμε, για να έχει νόημα
η διαδρομή μας στην γη , είναι η δύναμή μας.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2007

Απόγνωση



Κοίταζε το μήνυμα που εμφανιζόταν στην οθόνη
του κινητού του αποσβολωμένος.Διάβαζε και
ξαναδιάβαζε τις λιγοστές του γραμμές και
τα χέρια του έτρεμαν.
“Θέλω να μιλήσουμε , δεν είμαι καλά.
Σε παρακαλώ όμως μη με πάρεις τηλέφωνο δεν μπορώ
να μιλήσω τώρα. Θα τα πούμε στο σπίτι”

Αν αυτό το μήνυμα ερχόταν σε οποιονδήποτε άλλο θα
προκαλούσε ανησυχία μα ως εκεί. Έτσι κι αλλιώς σε
μερικές ώρες θα επέστρεφε στο σπίτι και θα κουβεντιάζανε
το πρόβλημα όπως κάνανε πάντα. Μα η διαίσθηση του ,
αυτό το καταραμένο
του χάρισμα, σπάνια έπεφτε έξω.
Εκείνη τη στιγμή είχε διαβάσει το μυαλό της, καταλάβαινε

πως το μήνυμα φώναζε ανάμεσα στις γραμμές του χωρισμό!
-Μα πως είναι δυνατόν! ,ούρλιαξε και ξέσπασε σε

γοερό κλάμα , δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό ,
όχι τώρα , όχι σε μένα , ΓΙΑΤΙ?

Είχαν ,δεν είχαν δύο μήνες που μετακόμισαν στο

ολοκαίνουργιο διαμέρισμα τους.Το είχαν διακοσμήσει με
τόση αγάπη και ότι εκείνη είχε ξεκινήσει εργάζεται στην
επιχείρηση των γονιών του. Είχαν περάσει τρία δύσκολα
χρόνια με πολλές στερήσεις από τότε που εκείνη κατέβηκε
από την επαρχία όπου σπούδαζε. Τα οικονομικά τους
ήταν περιορισμένα και εκείνη δούλευε περιστασιακά εδώ
και εκεί. Εκείνος είχε αφήσει την όλη πολυτέλεια που ζούσε
με τους δικούς του και με το μισθό του κατάφερνε να
μπαλώσει τις όποιες τρύπες της ζωής τους και να της
προσφέρει όσα περισσότερα μπορούσε.

Όλα αυτά όμως ανήκαν πια στο παρελθόν τώρα πια
μπορούσαν να ατενίζουν το μέλλον με αισιοδοξία.
Τα πράγματα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο.
Οι γονείς τους είχαν γνωριστεί και είχε μάλιστα
δημιουργηθεί μια τεράστια συμπάθεια
μεταξύ τους. Τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν είχαν
σκοπό να αρραβωνιαστούν και το όνειρο τους
έπαιρνε επιτέλους σάρκα και οστά.

Τώρα όμως όλα αντιστρέφονταν, ένας κεραυνός διέλυε

τα σχέδια τους. Το παλάτι που έχτιζαν δεν ήταν από
σκληρό βράχο ,όπως νόμιζε , μα από άμμο.
Προσπαθούσε να συγκρατηθεί να μην την πάρει τηλέφωνο.

Προσπαθούσε να διώξει τη διαίσθηση από τι κεφάλι του.
-Λες μαλακίες, φώναξε στον εαυτό του, κάτι άλλο θα της
συμβαίνει θα δεις! Κάνε λίγη υπομονή γαμώτο!

Άνοιξε την τηλεόραση και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Άναψε ένα τσιγάρο και μετά ένα δεύτερο. Τίποτα όμως,
όσο περνούσαν τα λεπτά τρελαινόταν όλο και περισσότερο.
Την αγαπούσε πιο πολύ και από την ίδια του τη ζωή.
Του είχε σταθεί στα πάντα. Τον φρόντιζε και του έδειχνε
καθημερινά την αγάπη της. -ΌΧΙ φώναξε ξανά. Κάνω λάθος
δεν μπορεί να θέλει κάτι τέτοιο. Απλά δεν μπορεί!

Σε μια στιγμή αλαφροσύνης θαρρείς σηκώθηκε και πήρε

το τηλέφωνο στα χέρια του.Πληκτρολόγησε τον αριθμό
μα η κάρτα του είχε σωθεί. Κατέβηκε έτσι πρόχειρα ντυμένος
και έβαλε κάρτα. Κάλεσε ξανά και ξανά μα δεν το σήκωνε.
Ανέβηκε τρέχοντας στο σπίτι του και ετοιμάστηκε να πάει
να την βρει όταν άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο του
μηνύματος στο κινητό του. Το πήρε με λαχτάρα και διάβασε.
Ήλπιζε να δει αυτό που θα τον καθησύχαζε. “ Σε παρακαλώ
καλέ μου , όχι τώρα. Θα τα πούμε σε δύο ωρίτσες.Σ’ αγαπάω”

Δεν μπορούσε όμως να διώξει με τίποτα τον τρόμο που τον
είχε ζώσει. Ξαναπήρε τηλέφωνο. Αυτή τη φορά το σήκωσε
και του είπε σε έντονο ύφος να περιμένει. Ήταν και οι γονείς
του εκεί. Δεν ήθελε να τους ανησυχήσει. Αυτό τον συνέφερε
λιγάκι και έτσι αποφάσισε να κάνει υπομονή.

Οι ώρες που ακολούθησαν, μέχρι να άκουσει το κλειδί της
στην πόρτα, φάνταζαν αιώνες. Δεν σηκώθηκε να της
ανοίξει όμως όπως έκανε πάντοτε μα περίμενε ακίνητος
στην πολυθρόνα του. Μπήκε μέσα τον καλησπέρισε και πήγε
να τον φιλήσει. Την απομάκρυνε με ένα ξερό “γεια σου”
Εκείνη κάθισε στην διπλανή πολυθρόνα και τον κοίταξε στα μάτια.

Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο απόκοσμο. Βαθιά μέσα της ήξερε
πως είχε καταλάβει. -Λοιπόν? σε ακούω, έσπασε πρώτος
τη σιωπή. Τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις? , τι συμβαίνει
που σε έχει αναστατώσει τόσο πολύ?

-Μάτια μου σε αγαπάω πολύ και ξέρω πως και εσύ το ίδιο.
Φαντάζομαι τη ζωή μας , στα χρόνια που θα ρθούν ,με μια
υπέροχη οικογένεια να ζούμε ευτυχισμένα. Όμως εγώ
δεν μπορώ , πνίγομαι! Να ξέρεις πως δεν φταις εσύ. Δεν έκανες
τίποτα κακό. Ίσα ίσα σου χρωστάω τα πάντα. Θέλω να
χωρίσουμε λοιπόν αν και από ότι βλέπω το έχεις ήδη
καταλάβει. Δεν θέλω να κλάψεις όπως στο τηλέφωνο,
σε παρακαλώ, μην κάνουμε τα πράγματα χειρότερα.
Άνδρας είσαι.

Την άκουγε όλη αυτή την ώρα σα χαμένος. Μέσα του γινόταν
ένας πόλεμος που η έκβαση του θα ήταν σίγουρα παράδοση
άνευ όρων. Όταν τελείωσε εκείνη τη ρώτησε ήρεμα σχεδόν
ξεψυχισμένα από πότε είχε αρχίσει να αισθάνεται έτσι γιατί
αποκλείεται να της ήρθε τώρα ξαφνικά. Στην απάντηση της
από το καλοκαίρι , σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Δεν είπε τίποτε άλλο και ούτε άκουσε τις παρακλήσεις της
να μείνει λίγο ακόμα. Δεν γύρισε καν να την κοιτάξει όταν εκείνη
του ορκιζόταν πως δεν υπάρχει άλλος στη ζωή της.
Άνοιξε την πόρτα και δεν επέστρεψε
ποτέ.

Όταν συναντήθηκαν μετά από μέρες αφού και την
μετακόμιση την έκαναν χωριστά για να τις δώσει κάποια
χρήματα που είχε ανάγκη , τον ρώτησε γιατί δεν την διεκδίκησε
και η απάντηση του ήταν απίστευτα σκληρή. Ούτε εκείνος
πίστευε τον εαυτό του όταν ξεστόμιζε
“Δεν άφησες τίποτα να διεκδικήσω”.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2007

Το χαμόγελο ενός παιδιού


Δεν υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό από το
χαμόγελο ενός παιδιού.Εκείνα τα υγρά μαύρα
ματάκια που με κοιτούσαν με τόση ευγνωμοσύνη
σα να ήμουν “Μεσσίας” με έκαναν να αισθανθώ
τόσο σημαντικός ,να ξεφύγω από τα τιποτάκια έλη μου
και να ανέβω ψηλά και πάλι. “Δεν είμαι άγγελος”
του αποκρίθηκα σαν με ρώτησε.“ Άνθρωπος είμαι
με σάρκα και οστά όπως και εσύ.”

Ήταν πρωί Σαββάτου όταν με πήραν τηλέφωνο

από το νοσοκομείο για να με ενημερώσουν ότι
η εγχείρηση μυελού των οστών του παιδιού είχε
στεφθεί με απόλυτη επιτυχία και ότι θα μπορούσα
να το επισκεφτώ.Δάκρυα χαράς κύλησαν από τα μάτια
μου καθώς έκλεινα τη γραμμή. Ντύθηκα αστραπιαία
και κίνησα να το δω.

Η μητέρα του βρισκόταν πλάι του ,στην ίδια καρέκλα

που την είχα αφήσει την προηγούμενη ημέρα μετά
από τη δώρηση του αίματος μου. Μόλο που σήμερα
είχε ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της.

Με καλωσόρισε με μια ζεστή αγκαλιά.
Τόσο ζεστή
και αληθινή που πραγματικά αισθάνθηκα αμήχανα.
Δεν με ήξερε και ίσως να μην με έβλεπε ξανά ποτέ
στη ζωή της έπειτα από εκείνη την ημέρα , μα αυτό
δεν την εμπόδισε να μου δείξει τόση ευγνωμοσύνη
που πραγματικά αισθανόμουν πως δεν την άξιζα.
“Μη μου ζητάτε ευχαριστώ , έκανα ότι θα έκανε

ο κάθε άνθρωπος, απλά έτυχε να είμαι εγώ”
απήντησα στα λόγια της.

Ο μικρός σα να διαισθάνθηκε την παρουσία μου

ξύπνησε. Πήγα κοντά του και τότε είδα αυτό το βλέμμα
που πραγματικά με συγκλόνισε. “Σας χρωστάω τη ζωή
μου κύριε” Μου είπε. “Σας ευχαριστώ..σας ευχαριστώ”
το προσωπάκι του γέμισε δάκρυα χαράς.
Το αγκάλιασα και του είπα “Δεν μου χρωστάς τίποτα
καλό μου αγόρι ,τον Θεό να ευχαριστείς που
είναι τόσο μεγάλος”

“Θα τον ευχαριστούμε για μια ζωή” είπαν με ένα στόμα
“Γιατί έστειλε εσένα εδώ δίπλα μας, όταν πραγματικά

σε είχαμε ανάγκη. Πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω
από απλά άνθρωπος για να σε επιλέξει.”
“Ένα πνεύμα θαυματουργό ίσως…”

Ήθελα να πω τόσα πολλά εκείνη τη στιγμή μα το μόνο

που κατάφερα ήταν να δακρύσω. Κάθισα λίγη ώρα
ακόμα και έπαιξα με τον μικρό και
ύστερα τους αποχαιρέτησα.

Αυτές τους οι κουβέντες ακόμα ηχούν στην καρδιά μου

και ας πέρασαν χρόνια.Ίσως αυτές να με έκαναν αυτό
που είμαι. Ίσως πάλι να ήμουν ανέκαθεν...

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2007

A Question of Heaven


-The time is close now, the end is near
my walk through the valley, trails of fear.
I feel empty, my penance overdue,
i guess it's too late now to be with you.
I'm extremely frightened of what will surely be
i sold myself, the death of me.
I know you can't forgive me
i know I'm on my own,
i've betrayed you. I walk alone.

-Question me not say the lord unto thee,
you have chosen your own fate
and your own destiny.
Denied of this life is what you are to be,
you have chosen your own fate
and your own destiny.

-What exactly is the meaning of this?
Just pawns in your twisted game.
Severe pain for the lie I'm living,
for a love I never could betray.

-Question me not say the lord unto thee,
you have chosen your own fate
and your own destiny
Denied of this life is what you are to be,
you have chosen your own fate
and your own destiny

-Lord I pound my fists at you,
won't you just let me die.
Would I not suffer enough,
no inner peace no after life.

I did what I thought was right
all for the love of my life,
i know it's sad but true.
Something is very wrong,
condemned to suffer so long
for a love so true.

The question that lies within
is so hard to understand,
it steal tears from me.
And in my dying breath
my heart holds no regrets,
i wouldn't change a thing.

My spirit begins to rise
to the heavenly skies,
just to be shunned away by you.
Now all I want is to die,
no streets of gold in the sky
and I wash my hands of you.

-Rising to the heaven's light
just to plead for death,
just to be denied
Rising to the heaven's light
just to plead for death,
just to be denied.

-I know you can't forgive me,
i know I'm on my own.
I know that I've betrayed you,
you know I walk alone.

I walk the trail of fear.
I pound my fists at you.
I'm shunned away by you.
I wash my hands of you.

Questioning the lord...

Iced Earth

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2007

Epitaph...



The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams.
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams.
When every man is torn apart
With nightmares and with dreams,
Will no one lay the laurel wreath
As silence drowns the screams.

Between the iron gates of fate,
The seeds of time were sown,
and watered by the deeds of those
Who know and who are known;
Knowledge is a deadly friend
When no one sets the rules.
The fate of all mankind I see
Is in the hands of fools.

Confusion will be my epitaph.
As I crawl a cracked and broken path
If we make it we can all sit back and laugh.
But I fear tomorrow Ill be crying,
Yes I fear tomorrow Ill be crying.

*Epitaph - King Crimson